Το ύψος των αποδοχών και η ασφάλεια που αισθάνονται αποτελούν τους ισχυρότερους παράγοντες παρακίνησης για τους εργαζομένους στην Ελλάδα. Τον κομβικό αυτό ρόλο όσον αφορά τις προτεραιότητες αλλά και τους φόβους των Ελλήνων αναδεικνύει έρευνα της PwC, που αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο οι εργαζόμενοι στη χώρα μας βιώνουν τις αλλαγές.
Αναλυτικά, τα ελληνικά ευρήματα της παγκόσμιας έρευνας της PwC «Workforce Hopes and Fears 2025» δείχνουν ότι η εμπιστοσύνη, οι δεξιότητες και η εργασιακή ασφάλεια αναδεικνύονται σε βασικές προτεραιότητες, καθώς οι επιχειρήσεις και οι ρόλοι εξελίσσονται μέσα σε ένα περιβάλλον τεχνολογικών αλλαγών, νέων επιχειρηματικών μοντέλων και οικονομικών πιέσεων.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το 84% των εργαζομένων δήλωσε ότι «ένα λογικό επίπεδο εργασιακής ασφάλειας» είναι σημαντικό, γεγονός που επιβεβαιώνει τον κεντρικό ρόλο της σταθερότητας σε ένα απαιτητικό οικονομικό περιβάλλον. Παράλληλα, η αίσθηση οικονομικής σταθερότητας επηρεάζει άμεσα τη δέσμευση των εργαζομένων. Μεταξύ όσων αισθάνονται οικονομικά ασφαλείς, το 63% δηλώνει ότι ανυπομονεί να πάει στη δουλειά του, το 79% αισθάνεται περήφανο για τη δουλειά του και το 71% είναι πρόθυμο να προσφέρει περισσότερα από όσα απαιτεί ο ρόλος του. Αντιθέτως, τα αντίστοιχα ποσοστά είναι χαμηλότερα για όσους αδυνατούν να καλύψουν τους λογαριασμούς τους (50%, 66% και 62%).
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαφοροποίηση που υπάρχει όσον αφορά την αισιοδοξία των εργαζομένων ανάλογα με τη θέση τους στην επιχείρηση. Ετσι, το 75% των ανώτατων στελεχών και το 65% των μάνατζερ εκφράζουν αισιοδοξία, έναντι μόλις 45% των μη διευθυντικών στελεχών, γεγονός που δείχνει ότι όσοι βρίσκονται πιο κοντά στην καθημερινή λειτουργία της επιχείρησης παραμένουν πιο επιφυλακτικοί για το μέλλον. Αντιστοίχως, 56% των διευθυντικών στελεχών και άνω δηλώνουν ότι βρίσκουν νόημα και ευκαιρίες για προσωπική ανάπτυξη μέσα από την εργασία τους, ποσοστό που μειώνεται στο 42% μεταξύ των μη διευθυντικών στελεχών. Διαφορές καταγράφονται και ως προς το φύλο. Οι άνδρες αναφέρουν συχνότερα ότι αισθάνονται εμπνευσμένοι και ενθουσιασμένοι από την εργασία τους, ενώ οι γυναίκες είναι πιο πιθανό να βιώνουν κόπωση.
Τέλος, οι συμμετέχοντες στην έρευνα σε ποσοστό μόλις 48% δηλώνουν ότι έχουν πρόσβαση στους πόρους μάθησης και ανάπτυξης που χρειάζονται για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της εργασίας.

