Στο πλαίσιο του στρατηγικού σχεδιασμού των Ηνωμένων Πολιτειών για την ανασυγκρότηση και την ενίσχυση της εγχώριας ναυπηγικής και ναυτιλιακής βιομηχανίας εντάσσεται η συμφωνία που, σύμφωνα με πληροφορίες, θα υπογραφεί την επόμενη Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου στο υπουργείο Μεταφορών των ΗΠΑ, μεταξύ της ONEX Shipyards and Technologies, η οποία ελέγχει τα ναυπηγεία της Ελευσίνας και της Σύρου και της νοτιοκορεατικής Hanwha Power Systems. Ο κολοσσός της Νότιας Κορέας –ο έβδομος μεγαλύτερος στη χώρα– διαθέτει ήδη ισχυρό αποτύπωμα στην αμερικανική αγορά, καθώς το 2024 εξαγόρασε το Philly Shipyard, που σήμερα λειτουργεί ως Hanwha Philly Shipyard.
Οι δύο πλευρές αναμένεται να μεταφέρουν μεγάλο μέρος της κατασκευαστικής τους δραστηριότητας στις ΗΠΑ.
Οπως αναφέρουν πηγές στην Ουάσιγκτον, η επικείμενη συμφωνία θα ενισχύσει σημαντικά την παραγωγή εμπορικών πλοίων στις ΗΠΑ, δείχνοντας στην πράξη τον τρόπο με τον οποίο η αμερικανική πλευρά, αξιοποιώντας την τεχνογνωσία στρατηγικών συμμάχων, μεταξύ αυτών η Ελλάδα και η Νότια Κορέα, επιχειρεί να αποκτήσει ανταγωνιστικότητα και αυτονομία, διασφαλίζοντας αξιόπιστες και ανθεκτικές εφοδιαστικές αλυσίδες σε κρίσιμους τομείς. Στο επίκεντρο βρίσκονται, μεταξύ άλλων, η ναυτιλιακή ενέργεια και οι υπεράκτιες ή παράκτιες υποδομές επαναεριοποίησης LNG.
Η επικείμενη συμφωνία είναι απολύτως συνεπής με τον διακηρυγμένο στόχο του προέδρου Τραμπ για την ουσιαστική ενδυνάμωση της αμερικανικής βιομηχανικής βάσης, μέσα από τη σύναψη στρατηγικών συμφωνιών, την προσέλκυση έργων και επενδύσεων υψηλής τεχνολογίας, τη δημιουργία βιώσιμων θέσεων εργασίας και την αναβάθμιση των τεχνολογικών δυνατοτήτων της χώρας. Σε αυτό το πλαίσιο –όπως αποτυπώνεται και στο America’s Maritime Action Plan, που δημοσιοποιήθηκε από τον Λευκό Οίκο πριν από λίγες ημέρες– προτεραιότητες αποτελούν η μείωση της εξάρτησης από ξένες αγορές, η ενίσχυση της στρατηγικής αυτοδυναμίας και η διασφάλιση ότι ο αμερικανικός ναυπηγικός και ενεργειακός τομέας θα μπορούν να ανταποκριθούν σε κρίσεις και μελλοντικές προκλήσεις, προστατεύοντας ταυτόχρονα τη βιωσιμότητα των υποδομών που στηρίζουν την οικονομία και την εθνική ασφάλεια.
Αναφορικά με την εθνική ασφάλεια, πηγές επισημαίνουν στην «Κ» ότι «στο βάθος φυσικά βρίσκεται η Κίνα και η αναγκαιότητα αντιστάθμισης της σημαντικότατης επιρροής της στις θαλάσσιες οδούς». Οπως προσθέτουν, «η δημιουργία στρατηγικής ισορροπίας και η ενίσχυση της ικανότητας των ΗΠΑ και των συμμάχων τους να ανταποκρίνονται σε κρίσεις και μελλοντικές προκλήσεις, διασφαλίζοντας παράλληλα τη βιωσιμότητα των διεθνών θαλασσίων εμπορικών διαδρομών, αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα για τον Λευκό Οίκο».
Σύμφωνα με πληροφορίες, μέσω της συμφωνίας οι δύο πλευρές αναμένεται να μεταφέρουν μεγάλο μέρος της παραγωγικής και κατασκευαστικής δραστηριότητάς τους στις Ηνωμένες Πολιτείες, αξιοποιώντας τις δυνατότητες του Hanwha Philly Shipyard. Η κατεύθυνση αυτή ευθυγραμμίζεται με τη γενικότερη επιδίωξη της Ουάσιγκτον να επαναφέρει κρίσιμες παραγωγικές δυνατότητες εντός της χώρας.
Υπενθυμίζεται ότι στο νεοδημοσιευθέν «America’s Maritime Action Plan» καταγράφεται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες κατασκευάζουν λιγότερο από 1% των νέων εμπορικών πλοίων παγκοσμίως, ενώ η διαθέσιμη βιομηχανική δυναμικότητα δεν επαρκεί για την κλιμάκωση στον ρυθμό που απαιτούν οι εθνικές προτεραιότητες. Επισημαίνεται επίσης ότι η πλειονότητα των εμπορικών πλοίων που εξυπηρετούν τα αμερικανικά λιμάνια κατασκευάζεται στο εξωτερικό –κυρίως στην Κίνα, στη Νότια Κορέα και την Ιαπωνία–, γεγονός που αυξάνει την ευαλωτότητα των ΗΠΑ σε κρίσεις ή προβλήματα στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.
Παράλληλα, το σχέδιο αναδεικνύει τη δυσκολία στελέχωσης του κλάδου, με έλλειψη κατάλληλα εκπαιδευμένου εργατικού δυναμικού, γήρανση του υπάρχοντος προσωπικού και περιορισμένα προγράμματα μαθητείας και κατάρτισης. Τονίζεται επίσης ότι ο στόλος και οι λιμενικές υποδομές είναι συχνά παλαιότερες και λιγότερο αποδοτικές σε σχέση με τον διεθνή ανταγωνισμό.

