Σε φάση επέκτασης παραμένει η ελληνική αγορά εργασίας, με τις επιχειρήσεις να δηλώνουν αποφασισμένες να παρέχουν περισσότερες ευκαιρίες και καλύτερες αμοιβές, κυρίως βέβαια σε εξειδικευμένα στελέχη. Ωστόσο, καταγράφεται παράλληλα αύξηση της επαγγελματικής εξουθένωσης αναδεικνύοντας την ανάγκη για μια νέα ισορροπία, όπου η ανάπτυξη θα συνοδεύεται από ουσιαστική μέριμνα για την ευημερία των εργαζομένων. Η έρευνα Recruitment Confidence Index (RCI) του Alba Graduate Business School που διεξήχθη το β΄ εξάμηνο του 2025 δείχνει την πρόθεση των εργοδοτών για προσλήψεις, αύξηση των αποδοχών και ενίσχυση της ζήτησης εξειδικευμένων στελεχών.
Αναλυτικά, ο γενικός δείκτης RCI σημείωσε άνοδο 4,2 μονάδων σε σχέση με τον Ιούνιο του 2025, φθάνοντας τις 126,5 μονάδες, επίπεδο που διατηρείται σαφώς πάνω από το όριο των 100 μονάδων και υποδηλώνει αύξηση των προσλήψεων και κατά συνέπεια επέκταση της απασχόλησης. Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η αύξηση κατά 3,3 μονάδες του δείκτη εξειδικευμένου και στελεχιακού προσωπικού, επιβεβαιώνοντας ότι η μεγαλύτερη ζήτηση εντοπίζεται σε εργαζομένους υψηλής κατάρτισης. Η τάση αυτή αποτυπώνεται και στις προσδοκίες των επιχειρήσεων: περισσότεροι από ένας στους δύο συμμετέχοντες στην έρευνα εκτιμούν ότι ο αριθμός εργαζομένων στον οργανισμό τους θα αυξηθεί, γεγονός που καταδεικνύει σαφή πρόθεση ενίσχυσης του ανθρώπινου δυναμικού το επόμενο διάστημα.
Συγκεκριμένα, σε ποσοστό 56,8% οι συμμετέχοντες εκτιμούν ότι θα υπάρξει αύξηση του αριθμού των εργαζομένων στον οργανισμό στον οποίο εργάζονται (σε σχέση με το 50% της προηγούμενης μέτρησης), ενώ μόλις το 22,1% εκτιμά ότι θα υπάρξει πτώση (σε σχέση με το 22,4% του α΄ εξαμήνου 2025). Επίσης, το 87,4% του δείγματος (σχετική αύξηση σε σχέση με το 80,6% της προηγούμενης μέτρησης) εκτιμά ότι η επιχείρηση στην οποία εργάζεται θα μπορέσει να αυξήσει τον μισθό των εργαζομένων μέσα στο επόμενο δωδεκάμηνο, ενώ το 82,1% του δείγματος (σταθερό σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση) δηλώνει ότι η επιχείρηση έδωσε κάποια αύξηση στο προσωπικό μέσα στον προηγούμενο χρόνο, με πάνω από μία στις τέσσερις επιχειρήσεις –το 27,3% του δείγματος– να δηλώνει ότι παρείχε στους εργαζομένους αυξήσεις μισθών στο επίπεδο ή και πάνω από τον πληθωρισμό, δηλαδή πάνω από 4%. Μεικτή εμφανίζεται η εικόνα όσον αφορά την αισιοδοξία για το μέλλον. Συγκεκριμένα, το ποσοστό αισιοδοξίας αυξήθηκε από 52% σε 60% (45,3% «αισιόδοξη/ος» και 14,7% «πολύ αισιόδοξη/ος») και πλησίασε στα επίπεδα της μέτρησης του β΄ εξαμήνου 2024 (τότε 65%). Αντιθέτως, το ποσοστό απαισιοδοξίας παρέμεινε σχετικά σταθερό σε 21,1% (13,7% «απαισιόδοξη/ος» και 7,4% «πολύ απαισιόδοξη/ος») σε σχέση με το 20% του β΄ εξαμήνου 2024 και το 20,4% της αμέσως προηγούμενης μέτρησης. Η συνολική εικόνα χαρακτηρίζεται εικόνα ενίσχυσης της εμπιστοσύνης και αύξησης της ανθεκτικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων.
Την ίδια στιγμή η έρευνα καταγράφει ένα έντονο παράδοξο: ενώ οι εργαζόμενοι δηλώνουν υψηλά επίπεδα αυτοπεποίθησης και αποτελεσματικότητας, εμφανίζουν ταυτόχρονα σημάδια εξουθένωσης και ψυχικής κόπωσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι: το 93,7% δηλώνει ότι είναι καλά στη δουλειά του, το 90,5% αισθάνεται σιγουριά για την αποτελεσματικότητά του, ωστόσο περισσότεροι από έξι στους δέκα δηλώνουν ότι θέλουν απλώς να κάνουν τη δουλειά τους χωρίς να τους ενοχλούν, ενώ το 35,8% παραδέχεται ότι αντιμετωπίζει με κυνισμό τη σημασία της εργασίας του.
Το πιο ανησυχητικό εύρημα είναι ότι το 15,8% των εργαζομένων –σχεδόν ένας στους έξι– δηλώνει ότι αισθάνεται καταθλιπτικά στον χώρο εργασίας του μία φορά την εβδομάδα ή και συχνότερα, στοιχείο που αναδεικνύει το burnout ως μια από τις σημαντικότερες προκλήσεις της σύγχρονης αγοράς εργασίας.

