Στο επίκεντρο πολιτικής και θεσμικής αντιπαράθεσης βρίσκονται τις τελευταίες ημέρες τα προγράμματα κατάρτισης που σχεδιάστηκαν την προηγούμενη προγραμματική περίοδο και επιχειρήθηκε να μεταφερθούν στο νέο ΕΣΠΑ 2021-2027. Η δημόσια συζήτηση άνοιξε παράλληλα με την «υπόθεση Παναγόπουλου» και έπειτα από δημοσιεύματα που έθεταν ζητήματα νομιμότητας και διαφάνειας, με την κυβέρνηση και τα εμπλεκόμενα υπουργεία να δηλώνουν κατηγορηματικά ότι όλα έγιναν νομότυπα.
Ετσι, παράλληλα με την ανάγκη για πλήρη διερεύνηση όλων των ανοιχτών υποθέσεων που ελέγχει ο οικονομικός εισαγγελέας, ανοίγει η συζήτηση και η αναζήτηση διαχρονικών ευθυνών για τον πακτωλό ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων που διοχετεύεται σε προγράμματα κατάρτισης. Ζητούμενα σε αυτή την περίπτωση είναι αφενός η διαφάνεια και η νομιμότητα των διαδικασιών, αφετέρου η αποτελεσματικότητα των δράσεων, σε μια χώρα με σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα στην αγορά εργασίας, υψηλό ποσοστό ανεργίας, μεγάλο αριθμό κενών θέσεων και μεγάλη αναντιστοιχία μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης.
Με κοινό δελτίο Τύπου, τα υπουργεία Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας υποστηρίζουν ότι, σύμφωνα με το εθνικό και ενωσιακό πλαίσιο, το 2021 και το 2022 εντάχθηκαν από τα υπουργεία Ανάπτυξης και Εργασίας μια σειρά από προγράμματα κατάρτισης. Η επιλογή των φορέων (επιστημονικά ινστιτούτα των κοινωνικών εταίρων, ενώσεις επιμελητηρίων, επιστημονικοί φορείς) «έγινε μέσω ανοικτών προσκλήσεων και σύμφωνα με τους κανόνες των κρατικών ενισχύσεων».
Τα προγράμματα έληγαν τέλος Δεκεμβρίου 2023, ενώ είχαν ήδη συμβασιοποιηθεί με αναδόχους κατάρτισης δημιουργώντας νομικές δεσμεύσεις για το ελληνικό Δημόσιο. Ως εκ τούτου, και καθότι δεν είχε ολοκληρωθεί η υλοποίηση, επιδιώχθηκε να διασφαλιστεί η συνέχιση χρηματοδότησης των έργων λόγω σοβαρού κινδύνου έγερσης αξιώσεων αποζημίωσης κατά του ελληνικού Δημοσίου.
Σύμφωνα με τα δύο υπουργεία, τον Απρίλιο του 2024, κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ των ελληνικών και των ευρωπαϊκών αρχών, δόθηκε οδηγία και έγκριση από την Ε.Ε. για μεταφορά 15 έργων στο νέο ΕΣΠΑ 2021-2027, ενώ παράλληλα γινόταν αναφορά για τα έργα των συμπραττόντων φορέων ότι οι πράξεις αυτές θα μπορούσαν να θεωρηθούν επιλέξιμες για χρηματοδότηση από εθνικούς πόρους.
Τα 14 από τα 15 έργα εντάχθηκαν στο ΕΣΠΑ 2021-2027, ενώ τα 4 έργα συμπραττόντων φορέων προβλέφθηκε να χρηματοδοτηθούν από εθνικούς πόρους, στη βάση του μεταγενέστερου νόμου 5140/2024.
Συνεπώς, καταλήγουν τα δύο υπουργεία, οι μεταφορές των έργων έγιναν σε πλήρη συμμόρφωση με το εθνικό και το ενωσιακό δίκαιο με απόλυτη διαφάνεια.
Να σημειωθεί ότι στην πρώτη παρέμβαση της Κομισιόν, τον Ιανουάριο του 2024, αναγνωρίζεται μεν η πρόοδος της Ελλάδας στην ολοκλήρωση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου 2014-2020, ωστόσο επισημαίνονται σοβαροί κίνδυνοι:
• Αμφισβητείται αν τηρήθηκαν πλήρως ανταγωνιστικές διαδικασίες.
• Τίθενται ερωτήματα για το αν τα έργα μπορούν πράγματι να μεταφερθούν στο νέο ΕΣΠΑ, εφόσον δεν είχαν πιστοποιηθεί δαπάνες.
• Υπογραμμίζεται ότι τα έργα πρέπει να επανεπιλεγούν με βάση τους κανόνες της περιόδου 2021-2027.
• Εκφράζονται επιφυλάξεις για το μοντέλο υλοποίησης, με πολλούς ενδιάμεσους φορείς και υψηλά διοικητικά κόστη.
Μετά τις απαντήσεις των ελληνικών Αρχών και διαδοχικές τεχνικές συναντήσεις, η Κομισιόν επανέρχεται τον Απρίλιο 2024 με δεύτερη επιστολή, αποδέχεται ότι 7 έργα μπορούν να χρηματοδοτηθούν από τον εθνικό προϋπολογισμό, αλλά όχι από ευρωπαϊκούς πόρους.
Τα υπόλοιπα 15 έργα, συνολικού ύψους 196 εκατ. ευρώ, εγκρίνονται για ένταξη στο ΕΣΠΑ 2021-2027, με ορίζοντα υλοποίησης έως το τέλος του 2025. Βέβαια, η Κομισιόν επισημαίνει πως η ευθύνη για τη νομιμότητα και κανονικότητα των έργων ανήκει αποκλειστικά στην Ελλάδα, ακόμη και μετά την έγκριση.

