Γιατί δεν «ταιριάζουν» οι άνεργοι με τις διαθέσιμες θέσεις εργασίας

Γιατί δεν «ταιριάζουν» οι άνεργοι με τις διαθέσιμες θέσεις εργασίας

«Κλειδί» οι πολιτικές κατάρτισης, σύμφωνα με έρευνα της Eurobank Research

3' 21" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Στην Ελλάδα, από το 2009 έως και σήμερα διαπιστώνεται πως υπάρχουν περισσότεροι άνεργοι από όσους «χρειάζεται» η οικονομία για να λειτουργεί αποτελεσματικά, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη οι κενές θέσεις εργασίας. Στην πράξη αυτό σημαίνει πως η μείωση της ανεργίας και η βελτιωμένη εικόνα που παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια η ελληνική αγορά εργασίας δεν συνεπάγονται κατ’ ανάγκην ότι η αγορά εργασίας λειτουργεί αποτελεσματικά. Αντίθετα, τα στοιχεία που επεξεργάστηκε η Eurobank Research καταδεικνύουν πως η αγορά εργασίας αν και βρίσκεται πιο κοντά στην αποτελεσματικότητα σε σχέση με το παρελθόν, εξακολουθεί να απέχει από αυτήν. Η επιμονή του λεγόμενου «χάσματος ανεργίας» δείχνει ότι η οικονομία δεν έχει καταφέρει να πετύχει πλήρη απασχόληση με όρους αποδοτικής κατανομής των πόρων. Η μετάβαση σε μια αποτελεσματική αγορά εργασίας, σύμφωνα με τους αναλυτές, προϋποθέτει όχι μόνο τη συνέχιση της μείωσης της ανεργίας, αλλά και τη διεύρυνση της συμμετοχής στην εργασία και τη βελτίωση της αντιστοίχισης δεξιοτήτων, μέσω στοχευμένων πολιτικών κατάρτισης, διά βίου μάθησης και στενότερης σύνδεσης της εκπαίδευσης με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας.

Αναλυτικά, σύμφωνα με τη σύγχρονη οικονομική προσέγγιση που χρησιμοποιείται στην ανάλυση της Eurobank, μια αγορά εργασίας θεωρείται αποτελεσματική όταν μειώνονται τόσο οι άνεργοι όσο και οι κενές θέσεις εργασίας, ή για την ακρίβεια όταν η οικονομία λειτουργεί κοντά στην πλήρη απασχόληση, δηλαδή όταν ελαχιστοποιείται η «σπατάλη εργασίας». Η σπατάλη αυτή προκύπτει από δύο πηγές: από τους ανέργους που δεν παράγουν εισόδημα και προϊόν, και από τους πόρους που δαπανώνται για την αναζήτηση και την κάλυψη κενών θέσεων εργασίας. Για τον σκοπό αυτό, δεν αρκεί η παρακολούθηση του ποσοστού ανεργίας, αλλά απαιτείται ο συνδυασμός του με το ποσοστό των κενών θέσεων εργασίας, από τον οποίο προκύπτει το λεγόμενο «αποτελεσματικό ποσοστό ανεργίας».

Η σύγκριση του πραγματικού ποσοστού ανεργίας με το αποτελεσματικό ποσοστό ανεργίας για την περίοδο 2009-2025 δείχνει ότι στην Ελλάδα το πραγματικό ποσοστό ανεργίας είναι σε όλη τη διάρκεια της περιόδου υψηλότερο από το επιθυμητό επίπεδο. Μάλιστα, το χάσμα μεταξύ των δύο μεγεθών, γνωστό ως χάσμα ανεργίας, παραμένει διαχρονικά θετικό, γεγονός που σημαίνει σύμφωνα με τους μελετητές ότι η ελληνική αγορά εργασίας δεν έχει λειτουργήσει αποτελεσματικά ούτε σε μία χρονική στιγμή κατά την υπό εξέταση περίοδο. Ακόμη και όταν το χάσμα αυτό περιορίζεται, δεν μηδενίζεται, ένδειξη ότι η οικονομία δεν έχει φτάσει σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης με όρους αποτελεσματικότητας.

Απαιτείται στενότερη σύνδεση της εκπαίδευσης με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας.

Αναλυτικά, στην έκδοση της τράπεζας «7 Ημέρες Οικονομία» εξετάζεται όχι μόνο πόσοι είναι άνεργοι, αλλά πόσο σωστά «ταιριάζουν» οι άνεργοι με τις διαθέσιμες θέσεις εργασίας. Και καταγράφονται τα εξής:

Το χάσμα ανεργίας κορυφώθηκε κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και στη συνέχεια μειώθηκε σταδιακά, ιδίως μετά το 2020. Παρά τη βελτίωση αυτή, όμως, διαπιστώνεται η επίμονη ύπαρξή του, γεγονός που καταδεικνύει ότι η μείωση της ανεργίας δεν αρκεί από μόνη της για να καταστήσει την αγορά εργασίας λειτουργική. Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στον αριθμό των ανέργων, αλλά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται και αξιοποιείται το εργατικό δυναμικό.

Η έκθεση διαπιστώνει, επίσης, ότι σε επιμέρους κλάδους παρατηρείται το αντίθετο φαινόμενο, δηλαδή δυσκολία των επιχειρήσεων να βρουν εργαζομένους με το κατάλληλο μείγμα δεξιοτήτων. Η αναντιστοιχία αυτή μεταξύ των προσφερόμενων και των ζητούμενων δεξιοτήτων εκδηλώνεται εντονότερα σε κλάδους με κρίσιμη σημασία για τη διατηρήσιμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, όπως η μεταποίηση, ο αγροτοδιατροφικός τομέας, η υγεία, η εκπαίδευση, ο τουρισμός και οι κατασκευές. Το αποτέλεσμα είναι η υπονόμευση της παραγωγικότητας και η περιορισμένη ικανότητα των επιχειρήσεων να προσαρμόζονται στις διαρθρωτικές αλλαγές της οικονομίας. Αναδεικνύεται έτσι η ανάγκη για στοχευμένες πολιτικές ενίσχυσης της επαγγελματικής κατάρτισης, της διά βίου μάθησης και της σύνδεσης της εκπαίδευσης με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας.

Παράλληλα καταγράφεται πως η ανεργία εξακολουθεί να πλήττει δυσανάλογα τους νέους, τις γυναίκες, τους μακροχρόνια ανέργους και τα άτομα με αναπηρία, ενώ τα ποσοστά συμμετοχής των νέων και των γυναικών στην αγορά εργασίας παραμένουν χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Επιπλέον, το ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας στην Ελλάδα είναι από τα υψηλότερα μεταξύ των χωρών της Ε.Ε., γεγονός που περιορίζει περαιτέρω το διαθέσιμο και αξιοποιήσιμο εργατικό δυναμικό.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT