Σε κομβικό σημείο εισέρχεται η διαδικασία καθορισμού του κατώτατου μισθού, με την κυβέρνηση να διαμηνύει ότι ο στόχος των 950 ευρώ μεικτά έως το τέλος του 2027 θα επιτευχθεί, και τις πληροφορίες να θέλουν τη φετινή αύξηση, που θα ισχύσει από την 1η Απριλίου, να αγγίζει ή και να ξεπερνάει τα 50 ευρώ. Ωστόσο, όσο ενισχύεται το ενδεχόμενο μιας «γενναίας αύξησης», τόσο πληθαίνουν και οι παραινέσεις για αυτοσυγκράτηση, με βασικό επιχείρημα την ανάγκη περιορισμού του κόστους εργασίας και τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.
Εντός της εβδομάδας αναμένεται η αποστολή των υπομνημάτων των κοινωνικών εταίρων προς τον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ), ενώ έως τα μέσα Φεβρουαρίου τόσο η επιτροπή διαβούλευσης όσο και η επιστημονική επιτροπή θα πρέπει να έχουν καταθέσει τις σχετικές εκθέσεις στο υπουργείο Εργασίας. Το χρονοδιάγραμμα προβλέπει ότι στα μέσα Μαρτίου η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως θα εισηγηθεί την τελική πρόταση στο υπουργικό συμβούλιο, ώστε η απόφαση να «κλειδώσει» εγκαίρως και να τεθεί σε ισχύ από την 1η Απριλίου. Αν και οι εισηγήσεις των φορέων δεν είναι δεσμευτικές, συνθέτουν το θεσμικό υπόβαθρο της απόφασης, η οποία στο τέλος παραμένει πολιτική.
Το βασικό σενάριο θέλει την αύξηση να διαμορφώνεται στα 50 ευρώ, με τον κατώτατο μισθό να ανεβαίνει από τα 880 στα 930 ευρώ. Ενα τέτοιο βήμα διατηρεί τη σταδιακή πορεία προς τον στόχο των 950 ευρώ το 2027. Ωστόσο, υπάρχουν και στο κυβερνητικό στρατόπεδο φωνές για μια πιο επιθετική κίνηση, με αύξηση έως και 70 ευρώ, που θα ανεβάσει τον κατώτατο απευθείας στα 950 ευρώ από φέτος. Το σενάριο αυτό στηρίζεται στην ανάγκη ενίσχυσης της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών, αλλά και στη συγκυρία ενόψει του εκλογικού κύκλου του 2027.
Καθοριστική παράμετρο στη φετινή διαδικασία αποτελεί και το νομοσχέδιο για την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, το οποίο αναμένεται να επηρεάσει το κλίμα και τους συσχετισμούς στον δημόσιο διάλογο. Η κυβερνητική στόχευση για αύξηση της κάλυψης των εργαζομένων από ΣΣΕ ενισχύει τις προσδοκίες των συνδικάτων για υψηλότερες αμοιβές, όχι μόνο στον κατώτατο μισθό αλλά και στα μεσαία κλιμάκια. Την ίδια στιγμή, εργοδοτικοί φορείς εκφράζουν ανησυχία ότι ο συνδυασμός γενναίας αύξησης του κατώτατου μισθού και ευρύτερης εφαρμογής των ΣΣΕ μπορεί να οδηγήσει σε απότομη άνοδο του συνολικού μισθολογικού κόστους, περιορίζοντας τη διαπραγματευτική ευελιξία των επιχειρήσεων, ιδίως των μικρομεσαίων. Σε αυτό το περιβάλλον, θεσμικοί φορείς επαναφέρουν την ανάγκη οι μισθολογικές αυξήσεις να συμβαδίζουν με την εξέλιξη της παραγωγικότητας. Η ΤτΕ, για παράδειγμα, έχει επανειλημμένως επισημάνει ότι η ταχεία άνοδος του κατώτατου μισθού, αν δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας, εγκυμονεί κινδύνους για την ανταγωνιστικότητα, ιδιαίτερα σε κλάδους έντασης εργασίας και εξωστρεφείς δραστηριότητες.
Να σημειωθεί ότι από το 2019 έως το 2025 ο κατώτατος μισθός έχει αυξηθεί κατά 35,4%. Οι αυξήσεις που αποφασίστηκαν από την παρούσα κυβέρνηση ήταν από 50 ευρώ για το 2022, το 2024 και το 2025 και 67 ευρώ για το 2023. Στο παζλ πρέπει να προστεθεί και το γεγονός ότι ο διάμεσος μισθός παραμένει σχετικά κοντά στον κατώτατο. Ετσι, μια αύξηση της τάξης των 50 ευρώ αναμένεται να ασκήσει έντονη πίεση στους μέσους μισθούς, με δεδομένο ότι ένα σημαντικό ποσοστό εργαζομένων αμείβεται σήμερα μόλις 5% έως 10% πάνω από τον κατώτατο μισθό. Γεγονός που δημιουργεί αλυσιδωτές απαιτήσεις για αναπροσαρμογές σε ολόκληρη τη μισθολογική κλίμακα.

