Σημαντικές αλλαγές στο καθεστώς της ετήσιας άδειας αναψυχής φέρνει από το 2026 ο πρόσφατος εργασιακός νόμος Κεραμέως, αναμορφώνοντας ένα από τα βασικότερα εργασιακά δικαιώματα. Στόχος της νομοθετικής παρέμβασης είναι αφενός η μείωση της γραφειοκρατίας για τις επιχειρήσεις και αφετέρου η ενίσχυση της ευελιξίας για τους εργαζόμενους, χωρίς –θεωρητικά– να θίγεται η προστατευτική φύση του θεσμού.
Η πιο ουσιαστική αλλαγή αφορά την κατάργηση της υποχρέωσης προδήλωσης της άδειας στο πληροφοριακό σύστημα «Εργάνη ΙΙ». Σήμερα, ο εργοδότης οφείλει να δηλώνει εκ των προτέρων τη χορήγηση της ετήσιας άδειας. Από τον Ιανουάριο του 2026 και μετά, η υποχρέωση αυτή αντικαθίσταται από την απογραφική δήλωση στο πληροφοριακό σύστημα «Εργάνη ΙΙ», η οποία θα πραγματοποιείται εντός του επόμενου ημερολογιακού μήνα από εκείνον κατά τον οποίο χορηγήθηκε η άδεια. Πρόκειται για σημαντική αλλαγή που ευθυγραμμίζει τις διαδικασίες για τη χορήγηση άδειας στον εργαζόμενο, με άλλες δηλωτικές υποχρεώσεις του εργοδότη και μειώνει τον κίνδυνο παραλείψεων και προστίμων.
Παράλληλα, το νέο πλαίσιο διευρύνει τη δυνατότητα κατάτμησης της άδειας, αλλά αποκλειστικά με πρωτοβουλία του εργαζομένου. Η πρόβλεψη αυτή προκάλεσε σημαντικές αντιδράσεις, παράλληλα βέβαια με τη δυνατότητα για εργασία έως 13 ώρες, υπό προϋποθέσεις, στον ίδιο εργοδότη. Βάσει της διάταξης πάντως οι ειδικοί επισημαίνουν ότι στην πράξη, η άδεια θα εξακολουθεί να χορηγείται, κατά κανόνα, αδιαίρετη και σε συνεχείς ημέρες. Ωστόσο ο εργαζόμενος θα μπορεί πλέον, με έγγραφο αίτημά του, να ζητήσει τη λήψη της σε περισσότερα τμήματα, προκειμένου να καλύψει προσωπικές ή οικογενειακές ανάγκες. Ο μόνος περιορισμός είναι ότι ένα από τα τμήματα πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον πέντε συνεχόμενες εργάσιμες ημέρες σε πενθήμερο σύστημα εργασίας ή έξι σε εξαήμερο, καθώς βασικός στόχος της παροχής άδειας είναι να ξεκουραστεί ο εργαζόμενος.
Σύμφωνα μάλιστα με τον Managing Partner στην Koumentakis and Associates Law Firm, Σταύρο Κουμεντάκη, είναι αξιοσημείωτο ότι καταργείται πλήρως η δυνατότητα κατάτμησης της άδειας με πρωτοβουλία του εργοδότη, επιλογή που προκαλεί προβληματισμό, ιδίως σε επιχειρήσεις με έντονη εποχικότητα ή αυξημένες λειτουργικές ανάγκες σε συγκεκριμένες περιόδους του έτους. Να σημειωθεί ότι ο χρόνος χορήγησης της άδειας εξακολουθεί να αποτελεί προϊόν συμφωνίας των μερών, χωρίς δυνατότητα μονομερούς επιβολής. Σε περίπτωση διαφωνίας, αρμόδια παραμένει η Επιθεώρηση Εργασίας, ενώ ο εργοδότης υποχρεούται να ικανοποιήσει το αίτημα άδειας εντός δύο μηνών από την υποβολή του.
Ενα ακόμη πρακτικό στοιχείο της μεταρρύθμισης είναι η ρητή δυνατότητα τήρησης ηλεκτρονικού αρχείου αιτήσεων άδειας και αποφάσεων του εργοδότη. Η πρόβλεψη αυτή, σύμφωνα με τον κ. Κουμεντάκη, ανταποκρίνεται στη σύγχρονη ψηφιακή λειτουργία των επιχειρήσεων και διευκολύνει τους ελέγχους, περιορίζοντας τον όγκο της γραφειοκρατίας.
Αμετάβλητη παραμένει, πάντως, η διάταξη σύμφωνα με την οποία τουλάχιστον το ήμισυ των εργαζομένων κάθε επιχείρησης πρέπει να λάβει άδεια μεταξύ 1ης Μαΐου και 30ής Σεπτεμβρίου.

