Η πανδημία σε συνδυασμό με τον υπερδιπλασιασμό των διαθέσιμων υπηρεσιών διαδικτυακά, αλλά και την ανάγκη για πιο γρήγορη και άμεση ολοκλήρωση των υποχρεώσεων των πολιτών προς το κράτος, έχουν επιφέρει σημαντική αύξηση στις ψηφιακές συναλλαγές.
Οπως προκύπτει από τα σχετικά στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης (ΓΓΠΣΔΔ) του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, οι ψηφιακές συναλλαγές, σε ό,τι έχει να κάνει με υπηρεσίες του Δημοσίου προς τους πολίτες, έχουν ενισχυθεί σημαντικά, αγγίζοντας τα 490 εκατομμύρια το 2021. Πρόκειται για 55 φορές μεγαλύτερο αριθμό σε σχέση με το 2018, που οι ψηφιακές συναλλαγές κυμάνθηκαν στα 8,8 εκατομμύρια.
Η Ελλάδα, ωστόσο, συνεχίζει να έχει δυνατότητες διεύρυνσης των πεδίων της παροχής και χρήσης ψηφιακών υπηρεσιών. Συγκεκριμένα, το 2020 η χώρα μας βρέθηκε 21η μεταξύ των χωρών της Ε.Ε., με το ποσοστό των πολιτών που χρησιμοποιούν τέτοιες υπηρεσίες να ανέρχεται στο 52,9% έναντι 57,2% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη τη διαθεσιμότητα παροχής ψηφιακών υπηρεσιών στις επιχειρήσεις και τους πολίτες επί του συνόλου των υπηρεσιών, η Ελλάδα βρέθηκε στην προτελευταία θέση με ποσοστό 54% έναντι 84,4% του μέσου όρου.
H δημιουργία εύχρηστων εργαλείων και πλατφορμών θα ωθήσει περισσότερους πολίτες και επιχειρήσεις να υιοθετήσουν έναν ανέπαφο, ψηφιακό τρόπο εκπλήρωσης των φορολογικών τους υποχρεώσεων.
Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας υπηρεσίας είναι η ηλεκτρονική τιμολόγηση και τήρηση ηλεκτρονικών βιβλίων των εταιρειών μέσω της πλατφόρμας myData. Στόχος είναι η πιο άμεση και ολοκληρωμένη καταγραφή των εταιρικών συναλλαγών και επομένως η μεγαλύτερη διαφάνεια στις συναλλαγές των φορολογουμένων με το κράτος.
Αλλά και σε άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα στις ΗΠΑ, μία από τις τεχνικές που χρησιμοποιούνται αφορά την εξαγωγή δεδομένων μέσω κοινωνικών δικτύων, τα οποία συγκρίνονται με τα αντίστοιχα δεδομένα φορολογικών δηλώσεων.
Η τεχνολογία είναι πλέον ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο που χρησιμοποιεί η φορολογική αρχή της κάθε χώρας.
Ενα άλλο παράδειγμα είναι η χρήση μεγάλων δεδομένων (Big Data), τα οποία οι φορολογικές αρχές της Ισπανίας χρησιμοποιούν σε φορολογικούς ελέγχους που σχετίζονται με ακίνητη περιουσία για σκοπούς διασταύρωσης. Αυτό καταδεικνύει ότι η τεχνολογία είναι πλέον ένα εργαλείο που χρησιμοποιεί η φορολογική αρχή, την ίδια στιγμή όμως είναι και ένας τρόπος διαθέσιμος στον φορολογούμενο ώστε να επαληθεύσει με έναν αυτοματοποιημένο τρόπο την ορθή φορολογική συμμόρφωσή του.
Πέρα όμως από τη σαφή χρησιμότητα αυτών των μεθόδων για τις φορολογικές αρχές, η τεχνολογία αποτελεί το «κλειδί» και για τις ίδιες τις επιχειρήσεις, οι οποίες μπορούν να επωφεληθούν σημαντικά σε επίπεδο φορολογικής συμμόρφωσης. Διαδικασίες όπως η εξαγωγή, η ανάλυση και ο έλεγχος δεδομένων αναφορικά με φορολογικές υποχρεώσεις, που στο πρόσφατο παρελθόν χρειάζονταν μέρες ή και εβδομάδες να ολοκληρωθούν, πλέον ολοκληρώνονται σε λίγα λεπτά, με το ρίσκο λάθους να μειώνεται σημαντικά.
Συνεπώς, η μετάβαση σε μια ψηφιακή και αυτοματοποιημένη καθημερινότητα και πραγματικότητα, η λεγόμενη τέταρτη βιομηχανική επανάσταση ή Βιομηχανία 4.0, αλλάζει ριζικά τον τρόπο που σκεφτόμαστε και ενεργούμε. Στο εγγύς μέλλον θα δούμε μια όλο και μεγαλύτερη υιοθέτηση της τεχνολογίας από όλους τους αντισυμβαλλόμενους. Ηδη, πολλές επιχειρήσεις έχουν εφαρμόσει αποκλειστικά τον ηλεκτρονικό τρόπο τιμολόγησης και ερευνούν τρόπους για περαιτέρω αυτοματοποίηση διαδικασιών με την υποστήριξη των φορολογικών συμβούλων τους. Από την πλευρά του Δημοσίου, θα δούμε μια αύξηση των υπηρεσιών που παρέχονται ηλεκτρονικά στα φυσικά και νομικά πρόσωπα.
Αυτό, κατ’ αρχήν, φαίνεται πως διευκολύνει την πιο ορθή και δίκαιη φορολόγηση των πολιτών και των επιχειρήσεων και πιθανώς θα οδηγήσει σε μια πιο αποτελεσματική ανακατανομή του εισοδήματος. Η επιτυχία αυτού του εγχειρήματος μπορεί επίσης να συμβάλει στην εν γένει ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και στην αύξηση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών.
* Ο κ. Ιωάννης Μπίρμπας είναι Tax Technology Manager, PwC Ελλάδας.

