Σημαντικές διαφοροποιήσεις σχετικά με τον τρόπο που προσεγγίζουν την αγορά κατοικίας οι κάτοικοι της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης προκύπτουν από την τελευταία έρευνα του Τμήματος Στατιστικής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. H μέση ηλικία των κατοικιών, η μέση επιφάνεια, η επενδυτική διάσταση της αγοράς κατοικίας αλλά και η σχέση με το περιβάλλον δείχνουν να αποτελούν τις σημαντικότερες διαφορές μεταξύ Αθήνας και Θεσσαλονίκης, με τους Αθηναίους να πλειοψηφούν στην ιδιόκτητη κατοικία χωρίς δάνειο. Από την άλλη πλευρά, οι κάτοικοι της συμπρωτεύουσας εμφανίζονται πιο πρόθυμοι να προχωρήσουν σε αγορά κατοικίας μέσα στην επόμενη πενταετία.
«Ο διαφορετικός ρυθμός αστικοποίησης, συγκέντρωσης πλούτου, αλλά και το μέγεθος της κτηματαγοράς της κάθε πόλης αποτελούν τις βασικές αιτίες των όποιων διαφοροποιήσεων καταγράφει η έρευνα στο πώς Αθηναίοι και Θεσσαλονικείς αντιλαμβάνονται την αγορά κατοικίας», τονίζει ο επικεφαλής του Τμήματος Στατιστικής, καθηγητής κ. Επαμεινώνδας Πανάς. Στο πλαίσιο αυτό, οι κάτοικοι της Αθήνας αναμένουν σε μεγαλύτερο ποσοστό περαιτέρω άνοδο των τιμών των κατοικιών. Συγκεκριμένα, το 54,1% των ερωτηθέντων στο Λεκανοπέδιο «βλέπει» νέα αύξηση τιμών στη διάρκεια του 2008, ενώ μόλις το 8,6% περιμένει υποχώρησή τους. Στον αντίποδα, οι Θεσσαλονικείς εκτιμούν και αυτοί στην πλειοψηφία τους ότι οι τιμές θα συνεχίσουν να ενισχύονται (50,9%), ενώ το ποσοστό όσων «βλέπουν» υποχώρηση αυξάνεται στο 12,6%. «Οι σημαντικές αλλαγές του χάρτη της αγοράς μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες και τα μεγάλα έργα συνοδεύτηκαν από σημαντικές αυξήσεις τιμών.
Επιφυλακτικοί οι Θεσσαλονικείς
Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την αισθητά μεγαλύτερη κτηματαγορά της Αθήνας, οδηγεί τους κατοίκους στα παραπάνω συμπεράσματα, την ίδια στιγμή που οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί. Σημειώνεται επίσης ότι στην Αθήνα το ποσοστό των ιδιοκτητών κατοικίας χωρίς δάνειο ανέρχεται σε 49,1%, ενώ αυτό των ενοικιαστών στο 17,5%. Αντιθέτως, ο αριθμός των ενοικιαστών στη Θεσσαλονίκη αυξάνεται στο 21,6% (περίπου 1 στους 5), ενώ αυτό των ιδιοκτητών χωρίς δάνειο στο 46,3%.
Το χαμηλότερο ποσοστό ιδιοκτητών, σε συνδυασμό με τις παλαιότερες κατοικίες που προσφέρει η Θεσσαλονίκη, εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί οι κάτοικοί της εμφανίζονται περισσότερο πρόθυμοι να προχωρήσουν σε αγορά μέσα στην επόμενη πενταετία. Το 35% των Θεσσαλονικέων θεωρεί «μάλλον και πολύ πιθανό» να αγοράσει ακίνητο την επόμενη 5ετία, έναντι μόλις 27,3% των Αθηναίων. Σημειώνεται, πάντως, και αυτό είναι ενδεικτικό για τη ζήτηση κατοικίας, ότι το 51,5% των ερωτηθέντων και στις δύο πόλεις θεωρεί «πολύ απίθανο» το να προχωρήσει σε αγορά ακινήτου.
Μία ακόμα διαφορά μεταξύ «νοτίων» και «βορείων» είναι ότι, όπως τουλάχιστον προκύπτει από την έρευνα, οι πρώτοι κατοικούν σε μεγαλύτερες κατοικίες. Το 34,3% των ερωτηθέντων κατοίκων της Αθήνας δηλώνει ότι κατοικεί σε διαμέρισμα άνω των 90 τ.μ., όταν το αντίστοιχο ποσοστό στη Θεσσαλονίκη υποχωρεί στο 26,2%. Στα «δημοφιλή» διαμερίσματα μεταξύ 61 – 90 τ.μ. «πλειοψηφούν» οι «Βόρειοι» με 39,7% έναντι 36,4% των… νοτίων». Ενας στους τέσσερις Θεσσαλονικείς δηλώνει ότι διαμένει σε γκαραονιέρα/δυάρι, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην Αθήνα υπολογίζεται σε 15,8%. Σύμφωνα, πάντως, με τον κ. Πανά, αυτό εξηγείται από τον μικρότερο βαθμό ιδιοκτησίας στη Θεσσαλονίκη, αλλά και στο γεγονός ότι οι φοιτητές αποτελούν μεγαλύτερο ποσοστό επί του συνολικού πληθυσμού. Αντιθέτως, περισσότεροι Αθηναίοι (13,5%) δηλώνουν ότι διαμένουν σε μονοκατοικία, όταν στη συμπρωτεύουσα το αντίστοιχο ποσοστό είναι 9,1%.
Σε ό,τι αφορά την παλαιότητα των κατοικιών, η εικόνα εμφανίζεται απολύτως ισορροπημένη. Στις δύο μεγάλες πόλεις, το 44,6% του συνόλικού δείγματος ζει σε κατοικίες που έχουν κτιστεί στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, ενώ μόλις το 12,7% σε ακίνητο που κατασκευάστηκε μετά το 2000. Σε παλαιές κατοικίες, πριν από τη δεκαετία του ’60 κατοικεί ένας στους δέκα ερωτηθένετες, ενώ περίπου ένας στους πέντε διαμένει σε κατοικία που κατασκευάστηκε στη δεκαετία του ’90.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αλλά και σημαντικές διαφοροποιήσεις, εμφανίζει επίσης ο τρόπος που οι κάτοικοι των δύο πόλεων αντιλαμβάνονται την επενδυτική διάσταση της κατοικίας. Για το 57,2% των ερωτηθέντων που κατοικούν στην Αθήνα είναι «μάλλον ή πολύ καλή» επένδυση για την εξασφάλιση υπεραξιών, ενώ στη Θεσσαλονίκη το αντίστοιχο ποσοστό υποχωρεί στο 35%. Παρ’ όλα αυτά, μεταξύ όσων θεωρούν καλή επένδυση την κατοικία, μόλις το 35% του συνολικού δείγματος θα προχωρούσε στην πώληση κάποιου ακινήτου. Ως σημαντικότερος λόγος για την ιδιοκτησία κατοικίας στην Αθήνα είναι η οικονομικότρερη επιλογή έναντι του ενοικίου (37,1%) και εξασφάλιση για τους ηλικιωμένους (37,9%). Στη Θεσσαλονίκη, τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 238,6% και 32,7%. Σε ό,τι αφορά τα κριτήρια επιλογής της περιοχής, εδώ μάλλον υπάρχει ταύτιση απόψεων. Το πράσινο και η καθαριότητα καταλαμβάνουν την πρώτη θέση και στις δύο πόλεις με τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης να αξιολογούν περισσότερο την ευκολία πρόσβασης στην αγορά.
Προβληματισμένοι Αθηναίοι
Σε ό,τι αφορά τις σχέσεις των κατοίκων με το περιβάλλον, οι Αθηναίοι δηλώνουν περισσότερο προβληματισμένοι αλλά και περισσότερο ενημερωμένοι γύρω από τις τεχνικές περιορισμού κατανάλωσης ενέργειας. «O κάτοικος της Αθήνας ζει καθημερινά σε ολοένα και πιο ασφυκτικές συνθήκες σε σχέση με αυτόν της Θεσσαλονίκης. Επίσης, η τεράστια οικολογική καταστροφή του καλοκαιριού με την καταστροφή της Πάρνηθας δείχνει ότι έχει αφυπνίσει σε σημαντικό βαθμό τους κατοίκους της πρωτεύουσας», εκτιμά ο κ. Πανάς. Το 58,4% του συνολικού δείγματος θα δεχόταν την καταβολή ενός χρηματικού ποσοσύ μέσω λογαριασμών κοινής ωφέλειας για την προστασία του περιβάλλοντος, ενώ σε ποσοστό 42,2% θεωρούν σημαντικότερο πρόβλημα της περιοχής τους την έλλειψη πρασίνου. H χρήση λαμπτήρων εξοικονόμησης ενέργειας είναι πιο διαδεδομένη στην Αθήνα, όπως και η αλλαγή ρύθμισης του θερμοστάστη ανάλογα με την εποχή. Παράλληλα, οι Θεσσαλονικείς ανάβουν περισσότερες ώρες την κεντρική θέρμανση στη διάρκεια του χειμώνα, κάτι που βέβαια συνδέεται άμεσα με τις χαμηλότερες θερμοκρασίες της βορείου Ελλάδας.

