O επικοινωνιακός πόλεμος και η επιθετική τιμολογιακή πολιτική μεταξύ των αλυσίδων ηλεκτρικών συσκευών μετατοπίζεται πλέον και στη Θεσσαλονίκη, καθώς εντός των επόμενων μηνών θα λειτουργήσουν εκεί τα νέα υπερκαταστήματα των εταιρειών MediaMarkt και Κωτσόβολος – Dixon’s. Ηδη, τα καταστήματα που δραστηριοποιούνται στη συμπρωτεύουσα έχουν προσαρμόσει την τιμολογιακή τους πολιτική, διαθέτοντας ορισμένα από τα προϊόντα τους σε μεγάλες προσφορές. Στόχος τους η απομυθοποίηση της MediaMarkt που αν επιτευχθεί, θα διατηρήσουν τα μερίδια που ελέγχουν σήμερα στην τοπική αγορά.
Οπως εξηγεί στην «K» ο κ. Σαραφίδης, διευθύνων σύμβουλος της βορειοελλαδίτικης αλυσίδας Σαραφίδης, «η προσαρμογή της τιμολογιακής πολιτικής των τοπικών αλυσίδων έχει ξεκινήσει σταδιακά εδώ και ένα χρόνο και έχει ενταθεί το τελευταίο διάστημα». H τοπική αγορά, συνεχίζει, έχει διδαχθεί από το παράδειγμα της Αθήνας, όπου ο ίδιος «πόλεμος» εκδηλώθηκε εκεί το περασμένο φθινόπωρο και διεξήχθη κυρίως σε επίπεδο επικοινωνίας. Αυτό οδήγησε τους καταστηματάρχες να προχωρήσουν σε διαφήμιση των υπερπροσφορών τους και παράλληλα να ενισχύσουν το στοιχείο της προσωπικής επαφής με τους πελάτες.
Στελέχη του κλάδου αναφέρουν ότι αν και όλοι οι επιχειρηματίες του κλάδου που δραστηριοποιούνται στη συμπρωτεύουσα έχουν υιοθετήσει επιθετική τιμολογιακή πολιτική, μόνο εκείνοι που έχουν δαπανήσει σημαντικά κονδύλια στη διαφήμισή τους θα έχουν πλεονέκτημα έναντι των δύο πολυεθνικών αλυσίδων. H «συνήθεια» των διαφημιστικών φυλλαδίων δεν είναι διαδεδομένη στη Θεσσαλονίκη, σε αντίθεση με την Αθήνα. Αυτό έως ένα βαθμό δικαιολογείται από το γεγονός ότι η συμπρωτεύουσα διατηρεί ακόμη τα χαρακτηριστικά μιας μικρής κοινωνίας, στην οποία ο πελάτης γνωρίζει τον έμπορο με τον οποίο συναλλάσσεται, έχει αναπτύξει προσωπική επαφή μαζί του και συνεπώς είναι γνώστης των προσφορών και ταυτόχρονα έχει τη δυνατότητα να επιτύχει καλύτερη τιμή. Αυτό το στοιχείο, επισημαίνουν στελέχη της τοπικής αγοράς, αποτελεί και το βασικό πλεονέκτημα των αλυσίδων που λειτουργούν στη συμπρωτεύουσα έναντι των μεγάλων πολυεθνικών MediaMarkt και Κωτσόβολος. Από την άλλη πλευρά, η «αχίλλειος πτέρνα» έναντι των μεγάλων πολυεθνικών είναι ότι δεν πραγματοποιούν μεγάλους τζίρους. Αυτό, αναφέρουν οι ίδιες πηγές, καθιστά την αγορά της Θεσσαλονίκης ευκολότερη συγκριτικά με την Αθήνα για τις συγκεκριμένες πολυεθνικές, οι οποίες εκτιμούν ότι θα κερδίσουν γρηγορότερα τα επιδιωκόμενα μερίδια αγοράς. Σημειώνεται ότι εντός του Μαρτίου θα λειτουργήσει το δεύτερο υποκατάστημα της MediaMarkt και μέχρι τον Μάιο τα δύο νέα Megastores της Κωτσόβολος, ενώ ήδη λειτουργεί το Megastore της Σαραφίδης, πολύ κοντά στο οποίο θα στεγαστεί εκείνο της MediaMarkt. Οπως αναφέρει ο κ. Σαραφίδης, η MediaMarkt είναι μια σοβαρή αλυσίδα, η οποία ωστόσο δεν κάνει την επανάσταση στον κλάδο, καθώς οι τιμές της, εκτός από ελάχιστα προϊόντα που διαθέτει σε υπερπροσφορές – «κράχτες», διαμορφώνονται στα επίπεδα της αγοράς.
Αναδιάρθρωση του κλάδου
Προσθέτει, όμως, ότι σε μια τόσο ανταγωνιστική αγορά, όπως αυτή των ηλεκτρικών συσκευών, η είσοδος ενός τόσο μεγάλου ομίλου θα δημιουργήσει αναστάτωση και σταδιακά θα επιφέρει και στη B. Ελλάδα την αναδιάρθρωση του κλάδου. Ωστόσο, σε μια ώριμη αγορά δεν υπάρχουν περιθώρια για ανατροπές, αλλά ούτε και για εσφαλμένες κινήσεις, οι οποίες οδηγούν ταχύτατα σε χρεοκοπία.
Σήμερα στη συμπρωτεύουσα δεν υπάρχουν ανεξάρτητα καταστήματα ηλεκτρικών συσκευών και δραστηριοποιούνται οι εταιρείες Σαραφίδης που έχει 5 καταστήματα στη Θεσσαλονίκη και ελέγχει το 27% της αγοράς σε αξίες, η Βασιλάκης η οποία βρίσκεται σε δυσχερή θέση και έχει αποδυθεί σε πόλεμο προσφορών χωρίς όμως διαφημιστική υποστήριξη, η Ηλεκτρονική Αθηνών, ο επίσης χρεοκοπημένος Κορασίδης που διατηρεί ακόμη ένα κατάστημα, η Κωτσόβολος με ένα Megastore, καθως και οι αλυσίδες Expert, Electronet και ΣΕΗΟΣ. Οι συνεταιρισμοί διαθέτουν αρκετά μικρά καταστήματα, καθώς η εμπορική τους πολιτική δεν προβλέπει τη δημιουργία Megastores. Εν τω μεταξύ, αν και ακόμη δεν έχουν διαμορφωθεί τα επίσημα στοιχεία για την πορεία της αγοράς ηλεκτρικών συσκευών κατά την περίοδο των εκπτώσεων, ωστόσο υπολογίζεται ότι είχε στασιμότητα. Πτωτικός όμως ήταν ο Δεκέμβριος, ο οποίος αποτελεί παραδοσιακά το μήνα αιχμής για τα συγκεκριμένα καταστήματα. Στελέχη εκτιμούν ότι η υποχώρηση των πωλήσεων οφείλεται και στη στροφή των καταναλωτών στην αγορά του real estate, εν όψει των προγραμματισμένων για το 2006 αυξήσεων στους φόρους που επιβαρύνουν την αγορά κατοικίας.

