Τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις του γενικού γραμματέα του ΟΠΕΚ, Αλβάρο Σίλβα Καλντερόν, αλλά και της Ρωσίας για τον συνεχή εφοδιασμό των αγορών με πετρέλαιο σε περίπτωση πολεμικής σύρραξης στο Ιράκ, απέσπασε η άτυπη σύνοδος των υπουργών ενέργειας της E.E. που συνεδρίασε το περασμένο Σάββατο στη Θεσσαλονίκη. Κατά τα άλλα η δυνατότητα διασφάλισης του ενεργειακού εφοδιασμού της Ευρώπης που έχει τεθεί ως θέμα πρώτης προτεραιότητας ένα χρόνο μετά το τρομοκρατικό χτύπημα της N. Υόρκης και αποτέλεσε βασικό θέμα της συνόδου της Θεσσαλονίκης, παραμένει ζητούμενο, αφού η προτάσεις της Κομισιόν, που στηρίζονται στη βάση της αύξησης των αποθεμάτων από 90 σε 120 ημέρες, βρίσκουν αντίθετη την πλειοψηφία των χωρών – μελών λόγο της αύξησης του κόστους κατά 30% περίπου. H συζήτηση σύμφωνα με δηλώσεις της επιτρόπου Λογιόλα ντε Παλάθιο στην κοινή συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε με τον υπουργό Ανάπτυξης Ακη Τσοχατζόπουλο μεταφέρεται για το Συμβούλιο του Μαΐου.
Η Κομισιόν για πρώτη φορά εμφανίζεται να διαφοροποιείται από τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας και να αναζητά ένα μοντέλο παρέμβασης αμερικανικού τύπου. «Από το 1973 είχαμε και άλλες κρίσεις και ο ΔΟΕ δεν έκανε τίποτα. Αντίθετα οι ΗΠΑ παρενέβησαν το 1991 στην αγορά με τα αποθέματά τους», τόνισε χαρακτηριστικά η Λογιόλα ντε Παλάθιο για να καταλήξει «θέλουμε και εμείς τα κοινοτικά αποθέματα να έχουν τις ίδιες δυνατότητες με τα αμερικανικά».
Οπως προκύπτει από τις δηλώσεις της κ. ντε Παλάθιο, η E.E. δεν έχει αυτή τη στιγμή στη διάθεσή της ούτε τα προβλεπόμενα στρατηγικά αποθέματα των 90 ημερών. «Χρειαζόμαστε εγγυήσεις ότι τα αποθέματα είναι πραγματικά και όχι εικονικά, κάτι το οποίο ισχύει για ορισμένες χώρες ή τουλάχιστον για κάποια συγκεκριμένα ποσοστά των αποθεμάτων τόνισε», γι’ αυτό πρότεινε την ανάγκη θέσπισης «δημοσίου ελέγχου τουλάχιστον για ένα τμήμα των αποθεμάτων». Απορρίπτοντας εμμέσως την πρόταση της ελληνικής προεδρίας για διάθεση μέρους των αποθεμάτων με στόχο τη συγκράτηση των τιμών έκανε σαφές ότι «τα στρατηγικά αποθέματα σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν όργανο παρέμβασης στις αγορές». Τόσο η ίδια όσο και ο υπουργός Ανάπτυξης και πρόεδρος του συμβουλίου Ακης Τσοχατζόπουλος τόνισαν την ανάγκη αναβάθμισης των σχέσεων στρατηγικής συνεργασίας της E.E. με τη Ρωσία ως χώρας παραγωγού και προμηθεύτριας της ευρωπαϊκής αγοράς.

