Η αποκέντρωση αρμοδιοτήτων της κεντρικής εξουσίας και η ουσιαστική ανάπτυξη της ελληνικής περιφέρειας αποτελεί πάγιο αίτημα της Θεσσαλονίκης -και όχι μόνον- σε βαθμό πλέον που να μοιάζει με γκρίνια. Με αυτό το αίτημα δεν διστάζει να συμπαραταχθεί ο υπουργός Μακεδονίας Θράκης Γ. Πασχαλίδης επισημαίνοντας μάλιστα ότι «η χωροταξική δικαιοσύνη χρειάζεται ταυτόχρονα τη λειτουργία τομεακών και οριζόντιων δομών διακυβέρνησης».
Στη συνέντευξη, που παραχώρησε στην «Οικονομική K» ο κ. Πασχαλίδης, στο πλαίσιο του αφιερώματος για την 66η ΔΕΘ, υποδεικνύει την ανάγκη να υπάρξει ένα πρόγραμμα εσωτερικής σύγκλισης, με αξιόπιστους και αντικειμενικούς δείκτες υπογραμμίζει την ευκαιρία του Γ’ ΚΠΣ τονίζοντας ότι «θα πρέπει να τηρηθεί ευλαβικά η ρήτρα το 80% των πόρων να κινηθεί προς την ελληνική περιφέρεια» και υπερασπίζεται τη συνέχεια λειτουργίας του ΥΜΑΘ, καλώντας όσους προτείνουν «την κατάργηση των χωρικών υπουργείων να εξηγήσουν πώς θα γίνει πράξη η χωρική εναρμόνιση των δράσεων σε διυπουργικό επίπεδο». Ταυτόχρονα, όμως, επιρρίπτει εμμέσως πλην σαφώς ευθύνες και στην τοπική κοινωνία της Θεσσαλονίκης, καλώντας όλους τους πολίτες και τους φορείς «με πνεύμα εξωστρέφειας και δημιουργικότητας να αξιοποιήσουν τις νέες προοπτικές για την ανάδειξη της Θεσσαλονίκης ως Ευρωπαϊκής Μητρόπολης των Βαλκανίων». Δεν είναι έργο μόνον μιας φωτισμένης ελίτ ο στόχος αυτός, θα πει με σημασία. Αναλυτικότερα η συνέντευξη του κ. Πασχαλίδη έχει ως εξής.
– Πολύς λόγος γίνεται από όλο και περισσότερους φορείς της Θεσσαλονίκης για τη «Μητροπολιτική Θεσσαλονίκη» ή τη «Θεσσαλονίκη Μητρόπολη των Βαλκανίων». Ποια είναι η δική σας άποψη, έχει ουσιαστικό περιεχόμενο ο χαρακτηρισμός αυτός, ή αποτελεί φιλόδοξο στόχο χωρίς αντίκρισμα;
– Η ρητορεία όταν δεν συνοδεύεται με πράξεις κινδυνεύει να καταλήξει κενός λόγος. Πιστεύω πως οι προϋποθέσεις για την επίτευξη αυτού του στόχου υπάρχουν ήδη. Η Θεσσαλονίκη έχει στρατηγική θέση στα Βαλκάνια. Στα Βαλκάνια εξελίσσεται ένα φιλόδοξο διεθνές πρόγραμμα ανασυγκρότησης, οι γειτονικές μας χώρες έχουν αρχίσει μια διαδικασία σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Ενωση. Η κυβέρνηση και το υπουργείο Μακεδονίας- Θράκης με την πολιτική τους προσπαθούν να συμβάλουν στην ανάδειξη του διεθνούς και ευρωπαϊκού ρόλου της Θεσσαλονίκης. Ετσι προτιμώ να μιλώ και να εργάζομαι για τη Θεσσαλονίκη ως Ευρωπαϊκή Μητρόπολη των Βαλκανίων, την πόλη που θα υποδεχθεί τη σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ενωσης τον Ιούνιο του 2003, την πόλη που θα συμμετάσχει στην Ολυμπιάδα του 2004, την πόλη που διεκδικεί την ΕΧΡΟ 2007-8. Ολα αυτά χρειάζονται την υποστήριξη της τοπικής κοινωνίας και όχι μόνο μιας φωτισμένης ελίτ. Οι ίδιοι οι πολίτες και οι φορείς της Θεσσαλονίκης καλούνται ν’ αξιοποιήσουν τις νέες προοπτικές μ’ ένα πνεύμα εξωστρέφειας και δημιουργικότητας.
Η Θεσσαλονίκη συμφιλιώνεται με τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της και μετασχηματίζεται σε μια πόλη που δρα τοπικά και σκέφτεται παγκόσμια.
– Η περιφερειακή ανάπτυξη εξακολουθεί και αποτελεί κύριο αίτημα του επιχειρηματικού -και όχι μόνον- κόσμου της ευρύτερης περιοχής. Συμμερίζεστε αυτή τη θέση;
– Θέλουμε μια Ελλάδα αναπτυγμένη και δίκαιη και αυτό κρίνεται στην ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη της χώρας. Χρειαζόμαστε ένα πρόγραμμα εσωτερικής σύγκλισης που φυσικά δεν θ’ αφορά μόνο το Βορρά, αλλά και την Ανατολή και τη Δύση και τη νησιώτικη και την κεντρική Ελλάδα. Ενα πρόγραμμα με αξιόπιστους και αντικειμενικούς δείκτες σύγκλισης και συνοχής.
Η χωροταξική δικαιοσύνη χρειάζεται ταυτόχρονα τη λειτουργία τομεακών και οριζόντιων δομών διακυβέρνησης. Μ’ αυτό τον τρόπο θα κάνουμε πράξη το αίτημα της ισόρροπης ανάπτυξης, το στόχο της μετρήσιμης σύγκλισης. Σήμερα στο 2% του εδάφους της χώρας είναι συγκεντρωμένο το 50% των δραστηριοτήτων της και το μέγιστο μέρος του πλούτου της χώρας. Χρειαζόμαστε λοιπόν επειγόντως τολμηρές μεθόδους διασποράς της ανάπτυξης και της ευημερίας σε όλους τους πολίτες. Η ρήτρα, το 80%των πόρων του Γ’ ΚΠΣ να κινηθεί προς την ελληνική περιφέρεια είναι μια κρίσιμη επιλογή που πρέπει να τηρηθεί ευλαβικά.
– Κάθε χρόνο, με την ευκαιρία της έλευσης του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ, ακούγονται σχεδόν τα ίδια παράπονα. Καθυστέρηση των μεγάλων έργων και υποδομών της πόλης, αυτά, δηλαδή, που θα της προσδώσουν και το ρόλο που της αρμόζει. Τι φταίει, πιστεύετε για τη διαιώνιση της κατάστασης αυτής; Είναι θέμα εξεύρεσης πόρων, ή συνέπεια μιας καθεστηκυίας αντίληψης για ανάπτυξη με κέντρο βάρους μόνον την Αθήνα;
– Προτιμώ να βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο κι’ όχι μισοάδειο. Εχουμε πει πολλές φορές ότι είναι σκόπιμο να κινηθούμε πιο γρήγορα και πρέπει να το κάνουμε. Είναι λάθος το έργο που γίνεται να χάνεται στη σκιά των όποιων καθυστερήσεων που οφείλονται είτε σε αντικειμενικές δυσκολίες είτε σε ατελείς διαδικασίες. Ας φωτίσουμε λοιπόν το έργο που γίνεται.
Η Εγνατία στη Β. Ελλάδα προχωρά, διαμορφώνοντας ένα νέο περιβάλλον ανάπτυξης με τις καθέτους, με τα αεροδρόμια, τα λιμάνια της Β. Ελλάδας, δηλαδή ένα δίκτυο διαπεριφερειακής και διευρωπαϊκής σημασίας και εμβέλειας. Εκατοντάδες μικρά και μεγάλα έργα στους 16 νομούς της Β. Ελλάδας στον τομέα της υγείας, της παιδείας, της γεωργίας, της βιομηχανίας και του τουρισμού διαμορφώνουν το πλαίσιο της Εγνατίας Ανάπτυξης. Προς τη Β. Ελλάδα σήμερα κινείται το 30% των πόρων των ΠΕΠ της χώρας και με τον ίδιο δείκτη θα πρέπει να κινηθούν και το σύνολο των πόρων που τροφοδοτούν την ανάπτυξη της χώρας. Αυτό για να πετύχουμε το στόχο της εξίσωσης του κατά κεφαλήν εισοδήματος της Β. Ελλάδας με τα ανώτερα επίπεδα της χώρας. Στο πλαίσιο της Εγνατίας Ανάπτυξης η Θεσσαλονίκη εξελίσσεται σε ένα μητροπολιτικό κέντρο, ξεπερνώντας παραδοσιακές αντιλήψεις μιας δευτερεύουσας μοίρας που είχε το επίχρυσο περιτύλιγμα της συμπρωτεύουσας. Σήμερα η Θεσσαλονίκη οργανώνεται με μεγαλύτερη φέρουσα ικανότητα (εξωτερική περιφερειακή Εγνατίας, ανατολική περιφερειακή, επενδύσεις στο λιμάνι, επεκτάσεις στο αεροδρόμιο Μακεδονία, πολιτιστικές υποδομές). Οι αντικειμενικές δυσκολίες στην υλοποίηση των έργων του μετρό και της υποθαλάσσιας δεν θα πρέπει να ακυρώσουν το συνολικό έργο που εξελίσσεται ικανοποιητικά.
– Συμπληρώνετε ενάμιση περίπου χρόνο ως υπουργός Μακεδονίας-Θράκης, άρα μπορούμε να επιχειρήσουμε ένα μικρό απολογισμό του έργου σας. Ποια θέματα θεωρείτε ότι προωθήσατε επιτυχώς στο διάστημα αυτό; Ακούστηκε επαρκώς η φωνή σας στην Αθήνα; Πώς αντιλαμβάνεστε εν τέλει το ρόλο του υπουργείου Μακεδονίας-Θράκης, ένα υπουργείο που απειλείται σχεδόν μόνιμα τα τελευταία χρόνια με κατάργηση, ακόμη και από παράγοντες του κυβερνώντος κόμματος;
– Στον ενάμιση χρόνο που είμαι υπουργός Μακεδονίας-Θράκης μαζί με τους συνεργάτες μου φρόντισα να αξιοποιήσω τον οριζόντιο-συντονιστικό ρόλο του ΥΜΑΘ γύρω από τους εξής άξονες:
-Την Εγνατία Ανάπτυξη σε ό,τι αφορά το σύνολο των τριών περιφερειών της Μακεδονίας και της Θράκης και των 16 νομών της Β. Ελλάδας.
-Τη Μητροπολιτική Θεσσαλονίκη σε ό,τι αφορά την ενίσχυση της φέρουσας ικανότητας του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης.
-Τη Διεθνή-Ευρωπαϊκή, Μεσογειακή και Βαλκανική Θεσσαλονίκη σε ό,τι αφορά το ρόλο της πόλης στην ευρύτερη περιοχή και ιδιαίτερα τη συμμετοχή της στα προγράμματα της Ανασυγκρότησης των χωρών της Νοτιανατολικής Ευρώπης.
Οι επιμέρους δράσεις και πρωτοβουλίες, που συνδέθηκαν μ’ αυτούς τους τρεις άξονες ήταν αποτέλεσμα της τακτικής συνεργασίας με όλους τους φορείς της Βόρειας Ελλάδας και της Θεσσαλονίκης καθώς και με τους ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς, που εδρεύουν στην πόλη. Ομως η αξιολόγηση της επιτυχίας του έργου ενός υπουργού έχει πάντα μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν γίνεται από τους πολίτες.
Πιστεύω πως η Ελλάδα χρειάζεται σχέδια χωρικής ανάπτυξης, που θα υποστηρίζονται από αντίστοιχες οριζόντιες δομές διακυβέρνησης. Η μια δομή αφορά την Εγνατία Ανάπτυξη, η άλλη αφορά την Αιγαιακή ανάπτυξη και η τρίτη την Ιόνια ανάπτυξη. Οι διαρθρωτικές πολιτικές σε κάθε άξονα συνδυάζουν την αξιοποίηση της διασυνοριακότητας με μέτρα χωρικής εναρμόνισης των κυβερνητικών δράσεων. Οσοι προτείνουν την κατάργηση των χωρικών υπουργείων θα πρέπει να εξηγήσουν, πως θα γίνει πράξη η χωρική εναρμόνιση των δράσεων σε διυπουργικό επίπεδο. Ολα αυτά δεν είναι προσωπικά στοιχήματα ή διλήμματα, τα πρόσωπα φεύγουν, οι θεσμοί και οι δομές μένουν, δοκιμάζοντας τις δικές τους αντοχές στο χρόνο και την πραγματικότητα.
– Ο επιχειρηματικός κόσμος της Βορείου Ελλάδος στηρίζει το ΥΜΑΘ και μάλιστα ζητά μετ’ επιτάσεως την αναβάθμιση του ρόλου του εν όψει και του σχεδίου ανασυγκρότησης των Βαλκανίων. Τι μηνύματα έχετε εσείς; Τελικά θα παραχωρηθούν ουσιαστικές αρμοδιότητες στο Αυτοτελές Γραφείο για την οικονομική συνεργασία στη Ν.Α. Ευρώπη;
– Είμαι ιδιαίτερα ικανοποιημένος από τη συνεργασία μου με τον επιχειρηματικό κόσμο της Βόρειας Ελλάδας, που αντιλαμβάνεται με τον καλύτερο τρόπο τις μεγάλες προκλήσεις αλλά και προοπτικές, που υπάρχουν την τρέχουσα δεκαετία. Η ανασυγκρότηση εξελίσσεται μέσα σ’ ένα συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα, γι’ αυτό είναι πρωτεύον όλοι οι αρμόδιοι φορείς τις χώρας να συνεργαστούν εποικοδομητικά για να έχουμε καλύτερα αποτελέσματα.
Το Αυτοτελές Γραφείο για την οικονομική συνεργασία στη Ν.Α. Ευρώπη, που θα λειτουργήσει στο ΥΜΑΘ μπορεί να συμβάλει καθοριστικά σ’ αυτή τη κατεύθυνση. Σήμερα στη Θεσσαλονίκη συγκεντρώνεται σημαντική τεχνογνωσία γύρω από βαλκανικά θέματα στον οικονομικό και επιχειρηματικό αλλά και στο διπλωματικό και ιστορικό τομέα. Αυτό το κεφάλαιο τεχνογνωσίας μπορεί να ενισχύσει αυτό το γραφείο, βοηθώντας να λειτουργήσει αποτελεσματικά.
– Πιο ειδικότερα θέματα τώρα. Μετά τη μετοχοποίηση του ΟΛΘ και της ΕΥΑΘ θα ακολουθήσει η HELEXPO για το Χρηματιστήριο; Ποιες είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις, που πιστεύετε ότι πρέπει να εκπληρωθούν; Πώς θα εξασφαλιστεί η εκθεσιακή δραστηριότητα της εταιρείας στην Αθήνα, από την οποία προέρχεται ένα αξιόλογο ποσοστό των εσόδων της;
– Η κυβέρνηση έχει πάρει την απόφαση να προχωρήσει η μερική μετοχοποίηση της HELEXPO, διατηρώντας το δημόσιο χαρακτήρα της. Στόχος μας είναι να γίνει η εισαγωγή της HELEXPO στο ΧΑΑ εντός του πρώτου εξαμήνου του 2002 σε ποσοστό 25%. Ασφαλώς όμως για να είναι επιτυχής η μετοχοποίηση μιας εταιρείας πρέπει να υπάρξει μια προεργασία και το κατάλληλο κλίμα στην Κεφαλαιαγορά. Θα προηγηθεί λοιπόν ο έλεγχος των οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας και η ενημέρωση των θεσμικών επενδυτών και του επενδυτικού κοινού. Σε ό,τι αφορά την εκθεσιακή δραστηριότητα της εταιρείας στην Αττική αυτή τη στιγμή επικεντρώνεται στη διαχείριση του Εκθεσιακού Κέντρου Αττικής (ΕΣΚΑ) όπου φιλοξενούνται περίπου 32 εκθέσεις το χρόνο και τη διοργάνωση εκθέσεων από την ίδια την HELEXPO. Η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί ότι η παρουσία της ΔΕΘ και της HELEXPO στην Αττική θα συνεχίσει να είναι δυναμική μέσα από τη λειτουργία του ΕΣΚΑ (προολυμπιακά και μεταολυμπιακά). Σε ό,τι αφορά το διάστημα όπου οι εγκαταστάσεις του ΕΣΚΑ θα χρησιμοποιούνται από τους φορείς οργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων, εξετάζεται η δυνατότητα αντισταθμιστικών παροχών.
– Αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι δεν ανταποκρίνονται στα σημερινά δεδομένα οι εκθεσιακές εγκαταστάσεις της ΔΕΘ στη Θεσσαλονίκη. Τι θα γίνει με αυτές; Θα μεταφερθούν εκτός πόλης και τι θα γίνει με τις υφιστάμενες;
– Προτιμώ να μιλώ για επέκταση των εγκαταστάσεων της ΔΕΘ και της HELEXPO και όχι για μετεγκατάσταση, που φοβίζει το ιστορικό και εμπορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης. Η χωροθέτηση των επεκτάσεων είναι συναφής με τα στοιχεία που θα αναδείξει η μελέτη σκοπιμότητας για τη χωροθέτηση της ΕΧΡΟ. Ο μητρικός χώρος της ΔΕΘ θα συνεχίσει να εξυπηρετεί ανάγκες της ΔΕΘ και της HELEXPO. Αλλωστε οι συνεδριακές ανάγκες και δραστηριότητες στη Θεσσαλονίκη αυξάνονται ραγδαία.
– Εντός του Σεπτεμβρίου αναμένεται η υποβολή της μελέτης σκοπιμότητας για τη διεκδίκηση της ΕΧΡΟ. Εχετε ενδείξεις για την εισήγηση, πού καταλήγει; Τελικά η Θεσσαλονίκη χρειάζεται μια εκδήλωση του βεληνεκούς της ΕΧΡΟ και πώς μπορεί να την αξιοποιήσει;
– Η μελέτη σκοπιμότητας για την ανάληψη της ΕΧΡΟ γίνεται σε δυο φάσεις. Η πρώτη φάση θα ολοκληρωθεί εντός του Σεπτεμβρίου και αμέσως μετά θα ξεκινήσει η δεύτερη φάση με στόχο το Μάιο του 2002 να κατατεθεί επίσημα ο φάκελος υποψηφιότητας για τη διοργάνωση της ΕΧΡΟ στη Θεσσαλονίκη.
Η διοργάνωση της ΕΧΡΟ είναι μια μεγάλη πρόκληση για τη Θεσσαλονίκη με θετικές επιπτώσεις για όλη τη Βόρειο Ελλάδα. Πρόκειται για ένα γεγονός διεθνούς ακτινοβολίας που αν οργανωθεί και αξιοποιηθεί σωστά θα συμβάλει τόσο στην ανάπτυξη όσο και στην προβολή της περιοχής. Μυστικό της επιτυχίας είναι οι υποδομές που θα στηρίξουν την ΕΧΡΟ να μη σχεδιαστούν με προοπτική μόνο τη διοργάνωση αυτής της μεγάλης έκθεσης αλλά να σχεδιαστούν σε σχέση με τις μακροπρόθεσμες ανάγκες της Θεσσαλονίκης. Η εκθεσιακή αγορά γίνεται όλο και πιο ανταγωνιστική. Στο πλαίσιο αυτό η διοργάνωση της ΕΧΡΟ θα κάνει τη Θεσσαλονίκη μια πραγματικά διεθνή εκθεσιακή πόλη και θα αναδείξει τα στρατηγικά πλεονεκτήματα της γεωγραφικής της θέσης.

