Κλιμακώνεται η διαμάχη στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σχετικά με το μέλλον της χαλαρής νομισματικής πολιτικής. Η Γερμανίδα κ. Ζαμπίνε Λαουτενσλάγκερ, μέλος του πανίσχυρου εκτελεστικού συμβουλίου της ΕΚΤ, υποστήριξε ότι η ανοδική τάση του πληθωρισμού επιτρέπει την έναρξη συζήτησης για τη μελλοντική, σταδιακή μείωση των μηνιαίων αγορών ομολόγων που πραγματοποιεί η κεντρική τράπεζα για να ενισχύσει τον πληθωρισμό. Παράλληλα, οικονομολόγοι της ΕΚΤ υπερασπίστηκαν σε μελέτη τους τις αγορές ομολόγων και απέδωσαν την υποχώρηση του πληθωρισμού τα τελευταία χρόνια στην παγκόσμια και στην ευρωπαϊκή κρίση, στην υποχώρηση των τιμών της ενέργειας αλλά και σε λανθασμένη εκτίμηση της κατάστασης από την ΕΚΤ.
Υποστηρίζοντας ότι πλέον «πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις, ώστε να αυξηθεί ο πληθωρισμός (στην Ευρωζώνη) με σταθερό ρυθμό», το επόμενο διάστημα, η κ. Λαουτενσλάγκερ κάλεσε την Τρίτη τους ομολόγους της να προετοιμαστούν να συζητήσουν τη σταδιακή μείωση του ύψους των μηνιαίων αγορών ομολόγων που πραγματοποιεί η ΕΚΤ από τον Μάρτιο του 2015. «Συνεπώς είμαι αισιόδοξη ότι σύντομα θα μπορέσουμε να στραφούμε στο ερώτημα της εξόδου» από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, είπε χθες η κ. Λαουτενσλάγκερ. Παρ’ όλα αυτά η κεντρική τραπεζίτης αναγνώρισε ότι δεν πρέπει κανείς να δίνει υπερβολική προσοχή στο επίπεδο του πληθωρισμού, λέγοντας πως είναι σημαντικότερο να διασφαλιστεί η μόνιμη επίτευξη ρυθμού πληθωρισμού κοντά στο 2% όπως είναι ο στόχος της ΕΚΤ. «Προς το παρόν, η άνοδος του πληθωρισμού οφείλεται κυρίως στις τιμές της ενέργειας και είναι πιθανόν η επίδρασή τους να είναι παροδική. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ο δομικός πληθωρισμός», είπε η κ. Λαουτενσλάγκερ προσθέτοντας, όμως, ότι δεν θα πρέπει κανείς να περιμένει «μέχρι να διαλυθούν και οι τελευταίες αμφιβολίες για την επιστροφή του πληθωρισμού».
Η ΕΚΤ δίνει ιδιαίτερη προσοχή στον λεγόμενο «δομικό πληθωρισμό», όπου δεν υπολογίζεται η επίπτωση των (ευμετάβλητων) τιμών της ενέργειας και των επεξεργασμένων τροφίμων. Τον Δεκέμβριο ο πληθωρισμός της Ευρωζώνης είχε αυξηθεί στο 1,1% και ο δομικός πληθωρισμός στο 0,9%. Ωστόσο ο στόχος της ΕΚΤ είναι ο πληθωρισμός να βρίσκεται «κάτω αλλά κοντά στο 2%». Την περασμένη εβδομάδα ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι είχε υπερασπιστεί το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων, λέγοντας ότι η πρόσφατη άνοδος του πληθωρισμού οφείλεται, πρώτον, στο γεγονός ότι ο πληθωρισμός ήταν σε πολύ χαμηλό επίπεδο στα τέλη του 2015 και, δεύτερον, στην άνοδο των τιμών της ενέργειας. Ο πληθωρισμός στη Γερμανία διαμορφώθηκε τον Δεκέμβριο στο 1,7%, ενώ παράλληλα το χαμηλό ύψος των επιτοκίων δανεισμού της ΕΚΤ αποτελεί φλέγον ζήτημα, ενόψει των βουλευτικών εκλογών του Σεπτεμβρίου. Τους τελευταίους μήνες ο υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε έχει προκαλέσει αλγεινή εντύπωση, καλώντας επανειλημμένως την ΕΚΤ να αυξήσει τα επιτόκια δανεισμού, παραβιάζοντας έτσι το (προερχόμενο από τη Γερμανία) δόγμα πως οι πολιτικοί δεν θα πρέπει να παρεμβαίνουν σε θέματα νομισματικής πολιτικής.
Οικονομολόγοι της ΕΚΤ απέδωσαν χθες σε μελέτη τους το γεγονός ότι ο πληθωρισμός βρίσκεται σχεδόν τέσσερα χρόνια κάτω από τον στόχο στις διεθνείς κρίσεις των τελευταίων ετών, στις χαμηλές τιμές της ενέργειας και στο γεγονός πως αν υποχωρήσει υπερβολικά ο πληθωρισμός, τότε είναι πιο δύσκολο να αυξηθεί και πάλι. Οι ερευνητές υπερασπίστηκαν τις αγορές ομολόγων, υποστηρίζοντας πως εξακολουθεί να λειτουργεί η νομισματική πολιτική, απλώς τα αποτελέσματα εμφανίζονται με μεγαλύτερη χρονική καθυστέρηση απ’ ό,τι παλαιότερα. Τέλος, σύμφωνα με έρευνα της ING σε 13 ευρωπαϊκές χώρες, τα δύο τρίτα των Ευρωπαίων δεν έχουν εκμεταλλευτεί την ευκαιρία που του παρέχει το χαμηλό επίπεδο των επιτοκίων, ώστε να πάρει νέο δάνειο ή να αποπληρώσει ή να αναχρηματοδοτήσει κάποιο υπάρχον. Οι κύριοι λόγοι είναι πως όσοι έχουν αποταμιεύσεις προτίμησαν να τις χρησιμοποιήσουν ώστε να καλύψουν τρέχουσες καταναλωτικές τους ανάγκες ή επιθυμίες. Το αποτέλεσμα είναι ότι μπορεί να βρεθούν σε δύσκολη θέση όταν αυξηθούν τα επιτόκια δανεισμού.

