Την ύπαρξη χάσματος στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας όσον αφορά το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων, αλλά και γενικότερα το ενδεχόμενο περαιτέρω χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής αποκάλυψε χθες ο Ιβ Μερς, μέλος του εκτελεστικού της συμβουλίου. Παράλληλα, ο κ. Μερς δήλωσε πως το γεγονός ότι είχαν καλλιεργηθεί μεγάλες προσδοκίες στις αγορές οφείλεται στην ύπαρξη διαρροών πριν από τη συνεδρίαση της 3ης Δεκεμβρίου.
«Η μεγάλη πλειονότητα του διοικητικού συμβουλίου έχει την άποψη ότι τα μέτρα (σ.σ. χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής που έχει ήδη πάρει η ΕΚΤ) είναι τα κατάλληλα και ότι δεν χρειάζεται (η λήψη) επιπλέον μέτρων ώστε να πετύχουμε τον στόχο μας», δήλωσε χθες ο κ. Μερς, ένα από τα έξι μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου της ΕΚΤ. Την περασμένη εβδομάδα, ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι ανακοίνωσε την επέκταση του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης κατά έξι μήνες, μέχρι τον Μάρτιο του 2017, και τη μείωση του επιτοκίου καταθέσεων για τις τράπεζες στο -0,3% από -0,2%. Παράλληλα, η ΕΚΤ ανακοίνωσε ότι θα αρχίσει να αγοράζει και ομόλογα που έχουν εκδώσει περιφέρειες και δήμοι.
Ωστόσο, η αντίδραση των επενδυτών ήταν αρνητική, ακριβώς διότι ο κ. Ντράγκι και άλλα μέλη της ΕΚΤ είχαν προβεί σε σειρά δηλώσεων, μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου, στις οποίες διαβεβαίωναν ότι θα κάνουν «ό,τι πρέπει» ώστε να πετύχουν τον στόχο για πληθωρισμό λίγο κάτω από 2%. Τον Νοέμβριο ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη ήταν μόλις 0,1%. Παρότι τα μέτρα που ανακοίνωσε ο κ. Ντράγκι στις 3 Δεκεμβρίου δεν είναι αμελητέα, οι επενδυτές περίμεναν ότι η ΕΚΤ θα λάμβανε πολύ πιο δραστικά μέτρα. Ακόμη σημαντικότερο είναι το γεγονός ότι η ΕΚΤ έκανε τους επενδυτές να αμφιβάλλουν κατά πόσον είναι πρόθυμη να χαλαρώσει κι άλλο τη νομισματική της πολιτική. Για να λάβει πιο φιλόδοξα μέτρα, ο κ. Ντράγκι έπρεπε να είχε πείσει την πλειονότητα των 19 μελών του διοικητικού συμβουλίου να υποστηρίξει την πρότασή του.
Ηδη από τα τέλη της περασμένης εβδομάδας, το Reuters μετέδιδε ότι αρκετά από τα μέλη του Δ.Σ. ήταν αρνητικά στην προοπτική λήψης ακόμη πιο δραστικών μέτρων, όπως η μεγαλύτερη μείωση των επιτοκίων δανεισμού για τις τράπεζες και η αύξηση των μηνιαίων αγορών ομολόγων από τα 60 δισ. ευρώ, που είναι σήμερα. «Αυτό που υποτίμησαν σε μεγάλο βαθμό ήταν το γεγονός ότι είμαστε σώμα που λαμβάνει αποφάσεις συλλογικά», είπε χθες ο κ. Μερς, αναφερόμενος στις μεγάλες προσδοκίες που είχαν οι επενδυτές από την ΕΚΤ την περασμένη εβδομάδα. Εκτίμησε, μάλιστα, ότι η διαρροή περί της θέσπισης δύο αρνητικών επιτοκίων για τις καταθέσεις των τραπεζών στην ΕΚΤ (ένα επιτόκιο για ποσά ενός ύψους που είναι παρκαρισμένα στην ΕΚΤ και ένα ακόμη χαμηλότερο για ποσά πάνω από ένα ύψος, ανάλογα με το ύψος των καταθέσεων κάθε τράπεζας) και η ακόλουθη διάψευσή της ήταν αυτές που προκάλεσαν τη μεγαλύτερη απογοήτευση στους επενδυτές, με αποτέλεσμα το ευρώ να ενισχυθεί στις 3 Δεκεμβρίου κατά 3,49% έναντι του δολαρίου και να αυξηθούν σημαντικά οι αποδόσεις όλων των κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης, εξελίξεις που ουσιαστικά ισοδυναμούν με σκλήρυνση της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ. Παρ’ όλα αυτά, ο κ. Μερς αποκάλυψε ορισμένες λεπτομέρειες για την εφαρμογή της ποσοτικής χαλάρωσης, όπως, για παράδειγμα, ότι η απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας να επανεπενδύει το κεφάλαιο των ομολόγων που ήδη κατέχει και τα οποία θα ωριμάσουν μέχρι τη λήξη του προγράμματος ισοδυναμεί με ενίσχυση της ρευστότητας κατά 320 δισ. ευρώ. Παράλληλα, κατά τον κ. Μερς, το συνολικό μέγεθος της αγορών ομολόγων περιφερειών και δήμων είναι 380 δισ. ευρώ.

