Οι εκλογές στη Βρετανία έπρεπε να είναι ένα δημοψήφισμα επί ενός αποτυχημένου οικονομικού δόγματος αλλά δεν ήταν επειδή κανείς από όσους έχουν επιρροή δεν αμφισβητεί τους ψευδείς ισχυρισμούς. Προτού επικρίνω τους Βρετανούς, πρέπει να παραδεχθώ ότι τα πήγαμε αρκετά άσχημα και εμείς στις ΗΠΑ.
Ο πρόεδρος Ομπάμα κληρονόμησε μια οικονομία σε ελεύθερη πτώση. Αυτό που χρειαζόταν ήταν μια αύξηση των δαπανών ώστε να τονωθεί η ζήτηση. Και όμως μεγάλο μέρος των προγραμματικών του δηλώσεων επικεντρώθηκε στην ανάγκη να ληφθούν σκληρές αποφάσεις, το τελευταίο πράγμα που χρειαζόμασταν τότε. Στην πραγματικότητα ο πρόεδρος Ομπάμα προώθησε κάποια μέτρα στήριξης της οικονομίας, που αν και πολύ μικρά, βοήθησαν να περιορισθεί το βάθος και η διάρκεια της ύφεσης. Οταν, όμως, άρχισαν οι Ρεπουμπλικανοί να υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση πρέπει να μιμηθεί τη μέση οικογένεια που έσφιγγε το ζωνάρι, να ακολουθήσει δηλαδή την τέλεια συνταγή για μια πλήρη ύφεση, ο κ. Ομπάμα δεν αμφισβήτησε τη θέση τους. Αντιθέτως, αυτή η ανοησία αποτέλεσε σταθερή γραμμή του όλους τους επόμενους μήνες, μολονότι οι οικονομικοί του σύμβουλοι ήξεραν καλά πως ήταν λάθος όπως το ήξερε και ο ίδιος.
Υποθέτω λοιπόν ότι δεν πρέπει να είμαστε υπερβολικά σκληροί με τον Εντ Μίλιμπαντ, ηγέτη του Εργατικού Κόμματος της Βρετανίας, επειδή δεν μπόρεσε να αμφισβητήσει τις οικονομικές ανοησίες που υποστηρίζουν οι Συντηρητικοί. Οπως και ο κ. Ομπάμα και οι περί αυτόν, οι ηγέτες των Εργατικών ήσαν καλά ενημερωμένοι αλλά θεώρησαν πολύ δύσκολο να υπερβεί κανείς την εύκολη γοητεία της κακής οικονομικής θεωρίας ιδιαιτέρως όταν τα περισσότερα ΜΜΕ την παρουσιάζουν ως αληθή. Θα διερωτάσθε σε ποια ανοησία αναφέρομαι. Πρόκειται για μια ερμηνεία των τελευταίων ετών στη Βρετανία που πάει κάπως έτσι:
Πρώτον, η κυβέρνηση των Εργατικών που κυβέρνησε τη Βρετανία μέχρι το 2010 ήταν ασυγχώρητα ανεύθυνη και ξόδευε περισσότερα από τις δυνατότητές της.
Δεύτερον, η δημοσιονομική της ασωτία οδήγησε στην οικονομική κρίση της διετίας 2008-2009.
Τρίτον, ο κυβερνητικός συνασπισμός που ανέλαβε το 2010 δεν είχε άλλη επιλογή από το να επιβάλει πολιτική λιτότητας παρά την ύφεση. Και τέλος, η επιστροφή της Βρετανία σε ανάπτυξη το 2013 δικαίωσε τη λιτότητα και διέψευσε τους επικριτές της.
Τώρα όλα αυτά αποδεικνύονται απολύτως εσφαλμένα. Η προ της κρίσης Βρετανία δεν ήταν δημοσιονομικά άσωτη. Το χρέος και το έλλειμμα ήσαν σε χαμηλά επίπεδα. Τα μεγάλα ελλείμματα προέκυψαν από την κρίση που ήταν παγκόσμια και οφειλόταν στις άσωτες τράπεζες και το ιδιωτικό χρέος, όχι στα ελλείμματα του κράτους.
Δεν υπήρχε καμία επείγουσα ανάγκη για λιτότητα: οι χρηματαγορές δεν έδειξαν ποτέ να αμφιβάλλουν για τη φερεγγυότητα της Βρετανίας. Και η Βρετανία επέστρεψε σε ανάπτυξη μόνον όταν μεσολάβησε μια διακοπή στη λιτότητα και δεν ανέκτησε το έδαφος που έχασε τα πρώτα δύο έτη του κυβερνητικού συνασπισμού. Ωστόσο, η ίδια ανόητη αφήγηση εξακολουθεί να κυριαρχεί πλήρως στα δελτία των ειδήσεων, όπου και αντιμετωπίζεται ως αντικειμενικό γεγονός και όχι ως υπόθεση. Και οι Εργατικοί δεν προσπάθησαν να την αντικρούσουν, ίσως επειδή πίστευαν ότι επρόκειτο για μια πολιτική μάχη από την οποία δεν θα μπορούσαν να βγουν νικητές. Γιατί όμως;
Ο Σάιμον Ρεν-Λιούις του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, ακούραστος αλλά και μοναχικός σταυροφόρος του οικονομικού ορθολογισμού, επικαλείται την παραπλανητική αναλογία ανάμεσα σε μια κυβέρνηση και ένα νοικοκυριό αλλά και την επιβλαβή επιρροή οικονομολόγων που δουλεύουν για τη βιομηχανία των χρηματοπιστωτικών, εκείνων που αφηγούνται τρομακτικές ιστορίες για τα ελλείμματα και δεν τιμωρούνται για το ότι αποδεικνύονται μονίμως εσφαλμένοι. Στον βαθμό που μπορούμε να αντλήσουμε συμπεράσματα από τις ΗΠΑ, η εκτίμησή μου είναι ότι η Βρετανία πάσχει και αυτή από την ίδια επιθυμία να ηχούν σοβαροί όσοι έχουν δημόσιο λόγο. Και τη σοβαρότητα τη συνδέουν με ξερά λόγια περί της ανάγκης να κάνουμε σκληρές επιλογές, εις βάρος άλλων ανθρώπων ασφαλώς.
Και πάλι, πάντως, εκπλήττει. Η αλήθεια είναι ότι η Βρετανία και η Αμερική δεν χρειάζονταν καθόλου σκληρές επιλογές μετά την κρίση. Εκείνο που χρειάζονταν, αντιθέτως, ήταν μια ώριμη σκέψη, μια προθυμία να γίνει κατανοητό πως επρόκειτο για ειδικές συνθήκες, πως δεν ισχύουν οι συνήθεις κανόνες όταν η οικονομία βρίσκεται σε παρατεταμένη ύφεση, μια ύφεση στην οποία ο δανεισμός της κυβέρνησης δεν λειτουργεί ανταγωνιστικά προς τις ιδιωτικές επενδύσεις και έχει σχεδόν μηδενικό κόστος. Η ώριμη σκέψη, όμως, έχει ουσιαστικά εξοστρακισθεί από τον δημόσιο διάλογο στη Βρετανία. Κατά συνέπεια, δεν έχουμε παρά να ελπίσουμε πως όποιος αναλάβει να διαχειριστεί την οικονομία της Βρετανίας, δεν θα είναι τόσο ανόητος όσο παριστάνει.

