Οι οικονομίες των ισχυρότερων κρατών του κόσμου ακολουθούν ολοένα και διαφορετικά μονοπάτια σε ένα μουντό διεθνές περιβάλλον, με ρυθμούς ανάπτυξης κάτω από τον ιστορικό μέσο όρο, θέτοντας τις κεντρικές τράπεζες αντιμέτωπες με νέες, πιο σύνθετες προκλήσεις. Και αυτές οι προκλήσεις αφορούν τη διαχείριση μιας εσωτερικής κατάστασης με υψηλή ανεργία ή απογοητευτικούς ρυθμούς αύξησης των μισθών και πτώση των τιμών αντίθετα από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-09 όπου υπήρχε μόνον ο κίνδυνος αποσταθεροποίησης του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος.
Ισοτιμίες και αποδόσεις
Αυτή η διαφοροποίηση δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις για έντονες διακυμάνσεις στις ισοτιμίες αλλά και στις αποδόσεις ομολόγων μέσα στο 2015, με κάποιες τάσεις να γίνονται ήδη αντιληπτές. Οπως σχολιάζει χαρακτηριστικά ο Μπομπ Τζόλι, επικεφαλής μακροοικονομικής στρατηγικής στην επενδυτική εταιρεία Schroders, το έδαφος είναι πρόσφορο για να «επιστρέψουμε στις συνθήκες της δεκαετίας του ’80, όπου ήταν πολύ χαμηλοί οι συσχετισμοί ανάμεσα στην πορεία των επιτοκίων και τις διακυμάνσεις των ισοτιμιών».
Mετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, το πρόβλημα ήταν κοινό σε έναν φαινομενικά ομοιογενή κόσμο όπου το παγκόσμιο εμπόριο αυξάνονταν σε ταχύτερους ρυθμούς από την παγκόσμια ανάπτυξη και ο συσχετισμός επιτοκίων και ισοτιμιών ήταν υψηλός. Σήμερα κάθε κεντρική τράπεζα καλείται να διαχειριστεί τις διαφορετικές επιπτώσεις που προκύπτουν σε έναν κόσμο με άνιση ανάπτυξη.
Μια πρώτη γεύση αυτών των αλυσιδωτών αντιδράσεων ήταν οι συνέπειες της απόφασης της ελβετικής τράπεζας προ τριετίας να θέσει πλαφόν στην ενίσχυση του ελβετικού φράγκου μέχρι το 1,20 ως προς το ευρώ, μια δυσμενής απόφαση για τους Ελληνες που δανείστηκαν σε ελβετικά φράγκα. Κάτι ανάλογο είχε συμβεί με τους Αυστραλούς τη δεκαετία του ’80 που ήθελαν να επωφεληθούν από τα χαμηλά επιτόκια της Τράπεζας της Ελβετίας, αλλά είδαν τελικά τα πιστωτικά βάρη τους να διογκώνονται από τη διολίσθηση του δολαρίου Αυστραλίας.
Η άνιση ανάπτυξη μεταξύ ΗΠΑ, Κίνας, Ιαπωνίας και Ευρωζώνης, οι γεωπολιτικές εντάσεις μεταξύ Δύσης και Ρωσίας, οι πολιτικές λιτότητας στην Ευρωζώνη και η μέτρια αύξηση μισθών γενικότερα στον ανεπτυγμένο κόσμο είναι παράγοντες που αναγκάζουν τους κεντρικούς τραπεζίτες να αναλάβουν έναν διαχειριστικό ρόλο στις οικονομίες τους. Την ίδια στιγμή, οι πολιτικοί έχουν άλλα προβλήματα και άλλες… σκοτούρες, καθώς βλέπουν το εισόδημα μεγάλου μέρους των ψηφοφόρων να μειώνεται διαρκώς. Η ισχυροποίηση ακραίων πολιτικών κομμάτων στη Γαλλία, την Ισπανία ή την Ιταλία αναδεικνύουν την αντίδραση από την εκτόξευση της ανεργίας και την πίεση για άμεσες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Επιστροφή στο ’80
Το περιβάλλον χαμηλής ανάπτυξης, χαμηλού πληθωρισμού και υψηλής ανεργίας που επικρατεί σήμερα συναντά κοινά σημεία με τη δεκαετία του ’80. Τότε η πολιτική των υψηλών επιτοκίων, μια ετεροχρονισμένη αντίδραση στις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του ’70, είχαν οδηγήσει σε μείωση του ρυθμού αύξησης του πληθωρισμού κατά το ήμισυ την περίοδο 1983-85, με την οικονομική δραστηριότητα στα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ να κυμαίνεται στο 2,25% το 1983 με 1987. Το 1982, η ανεργία στις επτά μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου κυμαίνονταν στο 8% και στις μικρότερες έφθανε το 12%. Μόνον η πτώση των τιμών του πετρελαίου στα 11 δολάρια το βαρέλι το 1986 από το υψηλό των 36 δολαρίων το βαρέλι αρχές του 1981 βοήθησε την πορεία των οικονομιών. Το ερώτημα εάν η σημερινή διολίσθηση των τιμών πετρελαίου θα ενισχύσει την παγκόσμια ζήτηση, κάτι που θα επιβεβαίωνε τους αισιόδοξους και θα ικανοποιούσε κεντρικές τράπεζες και τον υπόλοιπο κόσμο.
Η πρώτη κεντρική τράπεζα που διαφοροποίησε τη νομισματική πολιτική της ήταν αυτή της Ελβετίας προ τριετίας, όπως προαναφέραμε. Αλλά η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) ήταν εκείνη που άφησε μεγαλύτερο στίγμα στην παγκόσμια οικονομία, αποφασίζοντας προ ενός έτους τη σταδιακή αναδίπλωση των μέτρων στήριξης (QE), οδηγώντας στην ανατίμηση του δολαρίου. Η ΕΚΤ αναμένεται να δρομολογήσει το δικό της πρόγραμμα QE με αγορές κρατικών ομολόγων από τον Ιανουάριο, ευελπιστώντας ότι θα «πληθωρίσει» το ευρώ και θα αποκρούσει έτσι τον κίνδυνο αποπληθωρισμού στην Ευρωζώνη.

