Σοβαρά ερωτήματα για το εύρος των εξουσιών που έχει αποκτήσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κατά τη διάρκεια της κρίσης θέτει η αλληλογραφία, το διάστημα Οκτωβρίου-Νοεμβρίου του 2010, μεταξύ του τότε προέδρου της ΕΚΤ Ζαν-Κλοντ Τρισέ και του τότε υπουργού Οικονομικών της Ιρλανδίας, που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα. Σε δύο επιστολές, στις 15 Οκτωβρίου 2010 και στις 19 Νοεμβρίου 2010, ο κ. Τρισέ απειλεί ανοιχτά την ιρλανδική κυβέρνηση ότι θα διακόψει την περαιτέρω χρηματοδότηση των ιρλανδικών τραπεζών αν το Δουβλίνο δεν υπογράψει Μνημόνιο με την Ευρωζώνη. Η ΕΚΤ υποστήριξε χθες ότι η κακή κατάσταση της ιρλανδικής οικονομίας ήταν αυτή που ανάγκασε την ιρλανδική κυβέρνηση να ζητήσει οικονομική διάσωση.
Στην πρώτη επιστολή, ο κ. Τρισέ υπενθυμίζει στον τότε υπουργό Οικονομικών της Ιρλανδίας Μπράιαν Λένιχαν το μεγάλο μέγεθος έκτακτης χρηματοδότησης που έχουν λάβει οι ιρλανδικές τράπεζες από την ΕΚΤ και προειδοποιεί ότι αυτή «δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη ως μακροπρόθεσμη λύση… Το διοικητικό συμβούλιο δεν μπορεί να δεσμευτεί ότι θα διατηρήσει σε μόνιμη βάση το μέγεθος της χρηματοδότησης» προς τις ιρλανδικές τράπεζες. Στην επιστολή με ημερομηνία 19 Νοεμβρίου 2010, δηλαδή μόλις δύο ημέρες πριν η ιρλανδική κυβέρνηση ζητήσει επίσημα οικονομική διάσωση από την Ευρωζώνη, ο κ. Τρισέ αναφέρει ότι το Δ.Σ. της ΕΚΤ απαιτεί την ικανοποίηση τεσσάρων όρων ώστε να είναι «σε θέση να εγκρίνουμε περαιτέρω παροχή έκτακτης βοήθειας ρευστότητας (ELA) προς τα ιρλανδικά χρηματοπιστωτική ιδρύματα». Σε περίπτωση διακοπής της χρηματοδότησης, η κατάρρευση των τραπεζών και συνεπώς και ολόκληρης της ιρλανδικής οικονομίας ήταν ζήτημα ημερών.
Οι τέσσερις όροι της ΕΚΤ προς την ιρλανδική κυβέρνηση ήταν: «1. Η ιρλανδική κυβέρνηση θα αποστείλει στο Eurogroup αίτημα για οικονομική βοήθεια. 2. Το αίτημα θα περιλαμβάνει τη δέσμευση ότι θα αναλάβει αποφασιστική δράση στον τομέα της δημοσιονομικής εξυγίανσης, των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της αναδιάρθρωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα». Οι δύο υπόλοιποι όροι που περιλάμβανε η επιστολή ήταν η ιρλανδική κυβέρνηση να καλύψει πλήρως το κόστος αναδιάρθρωσης του τραπεζικού τομέα και να εγγυηθεί πλήρως την αποπληρωμή των 51 δισ. ευρώ που είχε χορηγήσει η ΕΚΤ ως έκτακτη χρηματοδότηση στις ιρλανδικές τράπεζες.
«Το κείμενο της επιστολής έχει πλέον κυκλοφορήσει… Ο τόνος, νομίζω, προκαλεί κατάπληξη», σχολίασε χθες ο υπουργός Οικονομικών της Ιρλανδίας Μάικλ Νούναν. Από την πλευρά της η ΕΚΤ αρνείται την κατηγορία ότι άσκησε ανάρμοστη πίεση στην ιρλανδική κυβέρνηση, αναφέροντας σε ανακοίνωσή της ότι «δεν ήταν η επιστολή που ανάγκασε την Ιρλανδία να μπει σε πρόγραμμα, όπως αναφέρεται ορισμένες φορές, αλλά το μέγεθος της εγχώριας κρίσης που ανάγκασε την Ιρλανδία να αιτηθεί πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής». Ο κ. Τρισέ αρνήθηκε χθες να σχολιάσει το ζήτημα, ενώ ο επικεφαλής της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι δήλωσε ότι «η κυβέρνηση έλαβε την απόφαση να ζητήσει πρόγραμμα. Δεν εξαναγκάστηκε από την ΕΚΤ». Υπενθυμίζεται ότι τελικά το Δουβλίνο έλαβε οικονομική βοήθεια ύψους 67,5 δισ. ευρώ από την Ευρωζώνη και το ΔΝΤ.

