Η αγορά ομολόγων της Ευρωζώνης αποκτά και πάλι την παράλογη υπεραισιοδοξία της, ενώ η οικονομική ανάπτυξη επανέρχεται με τρόπο αργό και ανομοιογενή. Υπό τις συνθήκες αυτές οι πολιτικοί χειρισμοί και όχι η οικονομία συνιστούν σήμερα τους μείζονες κινδύνους για τη μακρόπνοη επιβίωση του ενιαίου νομίσματος. Η άνοδος του ευρωσκεπτικισμού, όπως αποτυπώθηκε στις ευρωεκλογές του Μαΐου, θα δυσχεράνει περαιτέρω πολλές κυβερνήσεις στο να προωθήσουν μέτρα για περικοπή του ελλείμματος, καθώς και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ή να εμβαθύνουν την περαιτέρω ενοποίηση της Ευρωζώνης.
Η έντονη δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης στη Γερμανία, τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, ίσως καταστήσει αδύνατο για την ΕΚΤ να προχωρήσει πέραν των πρόσφατων μέτρων χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής σε πιο ριζοσπαστικές παρεμβάσεις τύπου Fed. Το Βερολίνο αρνείται να χρησιμοποιήσει τη δική του υγιή δημοσιονομική θέση για να επενδύσει περισσότερο σε υποδομές ή για να τονώσει την εγχώρια ζήτηση με φοροαπαλλαγές τέτοιες, οι οποίες θα συμβάλουν στην ισόρροπη προσαρμογή των λοιπών ευρωπαϊκών χωρών. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες και η ΕΚΤ έχουν κινητοποιηθεί επαρκώς για να αποκαταστήσουν επί του παρόντος την εμπιστοσύνη της αγοράς, με το να εξοπλίσουν την Ευρωζώνη με ένα Ταμείο Διάσωσης, με αυστηρότερους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας, με μία ενιαία εποπτική αρχή των τραπεζών και ένα ντε φάκτο φορέα δανεισμού ως ύστατη επιλογή.
Εντούτοις, η πολιτική βούληση να ολοκληρωθεί η οικονομική και νομισματική ένωση μοιάζει ακόμα ασθενέστερη, ειδικά, εάν προϋποθέτει τη συναίνεση των Ευρωπαίων πολιτών για τροποποιήσεις στις ευρωπαϊκές συνθήκες. Στο έργο του, το οποίο εκδόθηκε πριν από τις ευρωεκλογές με τίτλο «Η κρίση του ευρώ και οι επιπτώσεις της», ο Γάλλος οικονομολόγος Ζαν Πισανί – Φερί ισχυρίζεται ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες φάνηκαν απρόθυμοι να εκχωρήσουν περισσότερες εξουσίες στις Βρυξέλλες και θέλησαν να αποφύγουν την αντιπαράθεση επί της προοπτικής για τη βαθύτερη ευρωπαϊκή ενοποίηση. Πάντως, ακόμα και όσοι επικριτές είχαν προβλέψει τη διάλυση της Ευρωζώνης, όπως ο Αμερικανός οικονομολόγος, Νουριέλ Ρουμπινί, παραδέχονται ότι πολλά βελτιώθηκαν τα τελευταία δύο χρόνια. Οι χώρες, που εντάχθηκαν σε προγράμματα διάσωσης, ανέκτησαν πλήρως την πρόσβασή τους στις αγορές εκτός Ελλάδας και Κύπρου, αν και ακόμα και η Αθήνα κατόρθωσε να εκδώσει το πρώτο πενταετές της ομόλογο. Οι επενδυτές επιστρέφουν στην Ευρώπη και οι αποδόσεις των δεκαετών ισπανικών ομολόγων σήμερα βρίσκονται σχεδόν στα επίπεδα των αντιστοίχων αμερικανικών και βρετανικών, τρία χρόνια μετά την ευρωπαϊκή βοήθεια προς τη χώρα για τις τράπεζές της. Το πιο σκοτεινό σημείο, όμως, είναι η ανεργία, η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται άνω του 25% συνολικά σε Ισπανία και Ελλάδα και άνω του 50% για τους νέους.
Οι αισιόδοξοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι λένε ότι η περιφέρεια της Ευρωζώνης θα αποβεί το δυναμικότερο τμήμα της προσεχώς, ενώ πολλοί οικονομολόγοι, όπως ο Πισανί-Φερί κάνουν λόγο για μία μη αναστρέψιμη αποβιομηχάνιση της νότιας Ευρώπης. Τώρα στο επίκεντρο βρίσκονται η Γαλλία και η Ιταλία, η δεύτερη και η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης, οι οποίες δεν έχουν ανάγκη ενός προγράμματος διάσωσης και έχουν εφαρμόσει λιγότερες μεταρρυθμίσεις. Ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι υποστήριξε τη γραμμή αυτή πριν από τις ευρωεκλογές και εξασφάλισε την εντολή να υλοποιήσει μεταρρυθμίσεις επί του πολιτικού συστήματος και της αγοράς εργασίας. Εντούτοις, με δεδομένη την εγγενή πολιτική αστάθεια στη Ρώμη, τα εμπεδωμένα συμφέροντα και τα εμπόδια, που δημιουργούν, και την αδυναμία του νομικού συστήματος, έχει ακόμα πολλά προσκόμματα. Πιθανώς, το σοβαρότερο θέμα να είναι η Γαλλία με τη σημαντική νίκη του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου της Μαρίν Λεπέν, η οποία αποδυνάμωσε την κυβέρνηση του Σοσιαλιστή Φρανσουά Ολάντ, ακριβώς τη στιγμή που αποφάσισε να μετριάσει το φορολογικό βάρος από τις επιχειρήσεις.

