Το διοικητικό συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας συνεδριάζει σήμερα και οι αγορές έχουν ήδη προεξοφλήσει την περαιτέρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής. Παρακολουθώντας την περασμένη εβδομάδα το φόρουμ που διοργάνωσε η ΕΚΤ στη Σίντρα της Πορτογαλίας, έμεινα με την εντύπωση ότι οι κεντρικοί τραπεζίτες έχουν συνειδητοποιήσει πλήρως το πρόβλημα του χαμηλού πληθωρισμού και ότι είναι ανάγκη να προχωρήσουν σε περαιτέρω νομισματική ενίσχυση της οικονομίας.
Το πιθανότερο είναι ότι σήμερα η ΕΚΤ θ’ ανακοινώσει μείωση των επιτοκίων δανεισμού σε συνδυασμό με τη χορήγηση μακροπρόθεσμων δανείων (LTRO), με σκοπό την ενίσχυση του δανεισμού προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ενδέχεται, επίσης, ν’ ανακοινωθούν περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με το πρόγραμμα αγοράς ενυπόθηκων τιτλοποιημένων δανείων (ABS). Κατά την άποψή μου, η ΕΚΤ θα πρέπει να κινηθεί όσο ταχύτερα μπορεί, ώστε να περιορίσει τους σημαντικούς κινδύνους που προέρχονται από τον χαμηλό πληθωρισμό.
Ωστόσο, ορισμένοι σχολιαστές ανησυχούν ότι περαιτέρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής θα μπορούσε να οδηγήσει σε επικίνδυνες εξελίξεις στη Γερμανία. Θα υποστήριζα το αντίθετο: αύξηση του πληθωρισμού στη Γερμανία θα πρέπει να είναι ευπρόσδεκτη. Τον Μάιο ο πληθωρισμός στη Γερμανία διαμορφώθηκε στο 0,6% σε ετήσια βάση, συνεπώς ο πληθωρισμός είναι κάτω από τον στόχο του 2%, ενώ στην πραγματικότητα θα έπρεπε να είναι αρκετά επάνω από αυτό το επίπεδο ώστε να επιτευχθεί η σχετική αναπροσαρμογή τιμών της τάξης του 2% στην Ευρωζώνη. Η αύξηση του πληθωρισμού σε αυτό τον βαθμό δεν θα μείωνε την αγοραστική δύναμη των γερμανικών νοικοκυριών, αφού θα προκαλούνταν από αύξηση των μισθών και στην πραγματικότητα θ’ αύξανε την αγοραστική δύναμη των Γερμανών στην Ευρωζώνη. Ενας σοβαρότερος κίνδυνος που επισημαίνουν ορισμένοι είναι ότι στη Γερμανία έχει δημιουργηθεί μια «φούσκα» στην αγορά ακινήτων, η οποία θα μπορούσε ν’ απειλήσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της χώρας. Οντως, οι τιμές των κατοικιών έχουν αυξηθεί αρκετά σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Συνολικά, οι τιμές των κατοικιών έχουν αυξηθεί κατά 11% από το 2010. Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι η αύξηση των τιμών οφείλεται σε τοπικούς παράγοντες. Ενώ οι τιμές έχουν αυξηθεί σε μέτριο βαθμό στην επαρχία, οι τιμές των διαμερισμάτων στις επτά μεγαλύτερες γερμανικές πόλεις έχουν αυξηθεί κατά περίπου 30%. Αποτελεί, όμως, αυτή η εξέλιξη απειλή για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα; Θα έπρεπε η ΕΚΤ να συνοδεύσει τη χαλάρωση της νομισματικής της πολιτικής με μέτρα που θα έχουν στόχο την επιβράδυνση των τιμών στη γερμανική αγορά ακινήτων; Δεν είναι καθόλου σαφές. Στην πραγματικότητα, η χρηματοπιστωτική σταθερότητα θ’ απειληθεί μόνο αν υπάρξει σημαντική στροφή στην αγορά ακινήτων, με συνέπεια τη σημαντική αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Ομως τα στοιχεία που διαθέτουμε δείχνουν ότι η έκρηξη στις τιμές των ακινήτων δεν οφείλεται σε αύξηση των πιστώσεων ή των στεγαστικών δανείων, μεγέθη που αυξάνονται με πολύ αργό ρυθμό. Η μόχλευση τόσο των επιχειρήσεων όσο και των νοικοκυριών παραμένει πολύ χαμηλή και η καταναλωτική πίστη επεκτάθηκε με ρυθμό 1,3% τον Απρίλιο. Συνοψίζοντας, λοιπόν, δεν υπάρχει λόγος ν’ ανησυχεί κανείς ότι η νομισματική πολιτική θα είναι υπερβολικά επεκτατική για τη Γερμανία. Αντιθέτως, το ερώτημα είναι αν η χαλάρωσή της θα είναι επαρκής ώστε να επιταχυνθεί σε επαρκή ρυθμό η αύξηση της ζήτησης στη Γερμανία. Με βάση αυτά τα στοιχεία δύσκολα μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι υπερθερμαίνεται η γερμανική οικονομία. Θα προσέθετα ότι επιπροσθέτως η Γερμανία θα έπρεπε ν’ αυξήσει τις δημόσιες επενδύσεις και να ηγηθεί ενός ευρωπαϊκού επενδυτικού προγράμματος με στόχο την περαιτέρω ενίσχυση της ζήτησης.
* Ο κ. Guntram Wolff είναι διευθυντής του think tank Bruegel με έδρα τις Βρυξέλλες.

