Χρησιμοποιώντας οποιοδήποτε συνηθισμένο μέτρο, η οικονομική πολιτική στις ΗΠΑ από την αρχή της κρίσης και μετά είναι πολύ αποτυχημένη. Είναι αλήθεια ότι αποφύγαμε την πλήρη επανάληψη της Μεγάλης Υφεσης. Ωστόσο απαιτήθηκαν περισσότερα από έξι χρόνια μέχρι η απασχόληση να επανέλθει στα προ κρίσης επίπεδα, χρόνια στη διάρκεια των οποίων θα έπρεπε να έχουμε προσθέσει εκατομμύρια θέσεις εργασίας απλώς και μόνο λόγω αύξησης του πληθυσμού. Η μακροχρόνια ανεργία παραμένει σχεδόν τρεις φορές υψηλότερη απ’ ό,τι ήταν το 2007.
Τώρα ο Τίμοθι Γκάιτνερ, ο οποίος ήταν υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ στα τέσσερα από τα έξι αυτά χρόνια, εξέδωσε το βιβλίο του με τίτλο «Stress Test», όπου περιγράφει την εμπειρία του και βασικά πιστεύει ότι έκανε καταπληκτική δουλειά. Πώς μπορούν ορισμένοι να αισθάνονται καλά όταν τα πεπραγμένα τους είναι αντικειμενικά τόσο άσχημα;
Εν μέρει είναι ανθρώπινη τάση να δικαιολογείται κανείς, να υποστηρίζει ότι έκανε το καλύτερο δυνατό υπό τις παρούσες συνθήκες. Επίσης, ο κ. Γκάιτνερ μπορεί πράγματι να κατηγορήσει για πολλά τους Ρεπουμπλικανούς για τα εμπόδια που ανήγειραν. Συμβαίνει όμως και κάτι άλλο. Και στην Ευρώπη και στην Αμερική η οικονομική πολιτική ακολούθησε σε μεγάλο βαθμό το σλόγκαν «Σώστε τους τραπεζίτες, σώστε τον κόσμο», δηλαδή αποκαταστήστε την εμπιστοσύνη στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και η ευημερία θα ακολουθήσει.
Πράγματι, οι ενέργειες των κυβερνήσεων αποκατέστησαν την εμπιστοσύνη, ατυχώς ακόμη περιμένουμε την ευημερία που υποσχέθηκαν.
Ο κ. Γκάιτνερ θεωρεί τη διάσωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος τεράστια επιτυχία, κάτι που ισχύει αν θεωρήσουμε την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης τον μοναδικό στόχο. Οι αγορές ανέκαμψαν σχετικά γρήγορα, τα χρηματιστήρια κατέγραψαν νέα ρεκόρ, ακόμη και τα τιτλοποιημένα ενυπόθηκα δάνεια, τα διαβόητα «τοξικά σκουπίδια» ανέκτησαν στην πορεία σημαντικό μέρος της αξίας τους.
Χάρη σε αυτή την ανάκαμψη η διάσωση της Wall Street τελικά δεν στοίχισε πολλά στους φορολογουμένους, όμως πού είναι η ανάκαμψη της πραγματικής οικονομίας; Πού είναι οι δουλειές; Η διάσωση της Wall Street φαίνεται ότι δεν αρκούσε. Γιατί;
Μία από τις αιτίες της αργής ανάκαμψης είναι ότι η αμερικανική οικονομική πολιτική από εκεί που ήταν εστιασμένη στην απασχόληση, στράφηκε πολύ νωρίς στα δημοσιονομικά ελλείμματα. «Δεν ήμουν υπέρμαχος της λιτότητας», υποστηρίζει ο κ. Γκάιτνερ, και επιρρίπτει την ευθύνη στους Ρεπουμπλικανούς.
Ωστόσο, υπάρχουν αρκετές πηγές που εμφανίζουν τον κ. Γκάιτνερ να θεωρεί σχεδόν ανάξια λόγου τα δημοσιονομικά μέτρα ενίσχυσης της οικονομίας. Ομως, η δημοσιονομική λιτότητα δεν ήταν το μόνο αίτιο. Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι το μέγεθος του υψηλού χρέους που έχουν τα νοικοκυριά, κληρονομιά της «φούσκας» των ακινήτων, αποτέλεσε σημαντική τροχοπέδη για την οικονομία. Η κυβέρνηση Ομπάμα θα μπορούσε να κάνει πολλά ώστε να μειώσει το ύψος του χρέους χωρίς ν’ απαιτείται η έγκριση του Κογκρέσου. Ομως, δεν έκανε τίποτα. Γιατί; Σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες, το μεγαλύτερο εμπόδιο ήταν η επίμονη άρνηση του κ. Γκάιτνερ στο «κούρεμα» των στεγαστικών δανείων.
Τα έδωσε όλα για τη διάσωση των τραπεζών, αλλά τάχθηκε κατά της διάσωσης των οικογενειών. Στο «Stres Test» υποστηρίζει πως οποιοδήποτε λογικό «κούρεμα» των στεγαστικών δανείων δεν θα ενίσχυε σημαντικά την οικονομία. Ωστόσο, η πλειονότητα των οικονομικών αναλυτών και οι αυθεντίες στο θέμα Atif Mian και Amir Sufi υποστηρίζουν το ακριβώς αντίθετο. Εν κατακλείδι, η ιστορία της οικονομικής πολιτικής από το 2008 και μετά είναι αυτή των δύο μέτρων και σταθμών. Τα κακά δάνεια πάντοτε οφείλονται σε λάθη και των δύο πλευρών, αν οι οφειλέτες ήταν ανεύθυνοι, το ίδιο ήταν και αυτοί που τους δάνεισαν. Οταν όμως ήρθε η κρίση, οι τραπεζίτες δεν θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για τα λάθη τους, ενώ οι οικογένειες πλήρωσαν ολόκληρο το τίμημα. Ο βασικός λόγος που η Wall Street ανέκαμψε, αλλά όχι και η Αμερική, είναι ακριβώς αυτά τα δύο μέτρα και σταθμά.

