Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποφάσισε χθες να τηρήσει στάση αναμονής τουλάχιστον μέχρι τον Μάρτιο και να μη μειώσει το βασικό επιτόκιο δανεισμού, ούτε να λάβει κάποιο άλλο μέτρο ενίσχυσης της ρευστότητας ή του πληθωρισμού, παρά το γεγονός ότι τον Ιανουάριο υποχώρησε εκ νέου στο 0,7%. Ο πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, υποστήριξε για μια ακόμη φορά ότι η Ευρώπη δεν θα διολισθήσει σε αποπληθωρισμό, ωστόσο αναγνώρισε ότι η επικράτηση χαμηλού πληθωρισμού για παρατεταμένη περίοδο αποτελεί απειλή τόσο για την ανάκαμψη της οικονομίας, όσο και για τη βιωσιμότητα του χρέους. Οι κεντρικοί τραπεζίτες της Ευρωζώνης δεν εξέπληξαν χθες τους επενδυτές αποφασίζοντας να διατηρήσουν το βασικό επιτόκιο δανεισμού στο 0,25% και το επιτόκιο καταθέσεων για τις τράπεζες στο 0%.
Μάλιστα, τα σχόλια του κ. Ντράγκι στη χθεσινή συνέντευξη Τύπου θεωρήθηκαν αρκετά σκληρά από τις αγορές, με αποτέλεσμα το ευρώ να ενισχυθεί κατά 0,5% έναντι του δολαρίου στο 1,3602. Ο λόγος που το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισε να κρατήσει κλειστά τα χαρτιά του είναι ότι τον Μάρτιο οι κεντρικοί τραπεζίτες θα διαθέτουν τις νέες προβλέψεις για το πώς θα διαμορφωθεί ο πληθωρισμός το 2016. «Ο λόγος που αποφασίσαμε να μη δράσουμε σχετίζεται στην πραγματικότητα με την πολυπλοκότητα της κατάστασης… και την ανάγκη να έχουμε περισσότερες πληροφορίες», εξήγησε ο κ. Ντράγκι, παραδεχόμενος όμως ότι «σίγουρα θα έχουμε χαμηλό πληθωρισμό για παρατεταμένη περίοδο, αλλά όχι αποπληθωρισμό». Η ΕΚΤ προβλέπει πληθωρισμό για το 2014 1,1% και 1,3% για το 2015. Εφόσον με τη νέα πρόβλεψη που θα παρουσιαστεί τον Μάρτιο επιδεινωθεί η προοπτική για τον πληθωρισμό, τότε θεωρείται πολύ πιθανή η ανάληψη δράσης από την ΕΚΤ. «Ο κ. Ντράγκι άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο ανάληψης δράσης, τονίζοντας ότι τον Μάρτιο θα δημοσιευθούν νέες προβλέψεις, περιλαμβανομένης και της πρόβλεψης για το 2016. Αν οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει σημαντικά κάτω από τον στόχο του 2% σε μεγάλο μέρος του 2016, η ΕΚΤ θα μπορούσε να προχωρήσει και να μειώσει τα επιτόκια δανεισμού», εξηγεί ο κ. Κρίστιαν Σουλτς, οικονομολόγος της τράπεζας Berenberg.
Σύμφωνα με τον κ. Ντράγκι, τα αίτια για την υποχώρηση του πληθωρισμού είναι πολύπλοκα, αλλά κυρίως ευθύνονται οι χαμηλές τιμές των τροφίμων και της ενέργειας και δευτερευόντως η ασθενική ζήτηση και η υψηλή ανεργία. Επίσης ο κ. Ντράγκι δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο οι τράπεζες να είναι πιο διστακτικές να δανείσουν εν όψει των τεστ αντοχής που θα διενεργήσει τους επόμενους μήνες η ΕΚΤ. Παρ’ όλα αυτά ο πρόεδρος της ΕΚΤ παραδέχτηκε ότι «ο χαμηλός πληθωρισμός για παρατεταμένη περίοδο αποτελεί απειλή από μόνος του: απειλή για την ανάκαμψη και απειλή για το ύψος του χρέους σε πραγματικούς όρους».
Η αντίφαση Ντράγκι
Ομολογουμένως υπάρχει αντίφαση μεταξύ των δηλώσεων και των πράξεων, αφού η ΕΚΤ υποστηρίζει εδώ και μήνες ότι η Ευρωζώνη δεν απειλείται από αποπληθωρισμό ιαπωνικού τύπου, αλλά πράγματι θα υποστεί μια παρατεταμένη περίοδο χαμηλού πληθωρισμού. Η ανυπαρξία δράσης από την ΕΚΤ εξηγείται σε κάποιο βαθμό από την αντίδραση που εκδηλώθηκε τον περασμένο Μάρτιο από τους κεντρικούς τραπεζίτες Γερμανίας, Ολλανδίας και Αυστρίας, στην απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ να μειώσει το βασικό επιτόκιο δανεισμού από το 0,50% στο 0,25%. Ενας άλλος λόγος είναι η έντονη δημόσια συζήτηση που διεξάγεται στη Γερμανία όπου έχει δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι η μείωση των επιτοκίων από την ΕΚΤ ευθύνεται για τη χαμηλή απόδοση των αποταμιεύσεων στη Γερμανία. Στο παρελθόν ο κ. Ντράγκι έχει εξηγήσει ότι για τα χαμηλά επιτόκια καταθέσεων στη Γερμανία ευθύνεται το χαμηλό επιτόκιο που πληρώνει το ίδιο το γερμανικό Δημόσιο προκειμένου να δανειστεί, αλλά μάλλον δεν έχει πείσει το γερμανικό ακροατήριό του.
Παράλληλα τα μηνύματα που λαμβάνει η ΕΚΤ είναι αντικρουόμενα με τον πληθωρισμό να κινείται σε επίπεδο πολύ χαμηλότερο από τον στόχο, ωστόσο οι έρευνες των υπευθύνων προμηθειών (PMI) υποδηλώνουν μικρή ενίσχυση της ανάκαμψης τους επόμενους μήνες. «Αν η ανάκαμψη συνεχιστεί όπως έχει προβλεφθεί και αν οι τράπεζες αρχίσουν να δανείζουν περισσότερο, σύντομα, ο πληθωρισμός θα πρέπει να σταθεροποιηθεί και σταδιακά ν’ αρχίσει ν’ ανεβαίνει. Αν όμως απογοητεύσει η ανάπτυξη, για παράδειγμα αν η αναταραχή στις αναδυόμενες αγορές ή ενδεχόμενη αρνητική απόφαση του γερμανικού Συνταγματικού δικαστηρίου σχετικά με το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ (ΟΜΤ) ή αν πολιτική αναταραχή στην Ιταλία ή αλλού πυροδοτήσει νέα αναταραχή στις χρηματοπιστωτικές αγορές, τότε η ΕΚΤ θ’ αντιδράσει έντονα», προβλέπει ο κ. Σουλτς.

