Εχει παρέλθει περισσότερο από μία πενταετία από την αρχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης της διετίας 2008-2009 και έχουν διοχετευθεί στις τράπεζες της Ε.Ε. κρατικά κεφάλαια πάνω από ένα τρισ. ευρώ και όμως η εμπιστοσύνη στον κλάδο παραμένει εύθραυστη. Γι’ αυτό και τα τελευταία τεστ κοπώσεως στα οποία τις υποβάλει η Ε.Ε. στοχεύουν στο να διαλύσουν τις αμφιβολίες για την οικονομική τους κατάσταση.
Η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή (ΕΒΑ), που συντονίζει τα τεστ, ανακοίνωσε πως θα τα περάσουν μόνον όσες τράπεζες έχουν κεφάλαια πρώτης διαβάθμισης άνω του 5,5% με βάση το χειρότερο σενάριο και πάνω από 8% σύμφωνα με το βασικό σενάριο.
Τα ποσοστά αυτά αντανακλούν το ποσό των διαθεσίμων που πρέπει να αποταμιεύσουν οι τράπεζες για να καλύψουν μη εξυπηρετούμενα δάνεια ή τοποθετήσεις που δεν πήγαν καλά. Ο πήχυς μπαίνει πολύ ψηλότερα σε σύγκριση με άλλα τεστ ή με τα προ της κρίσης κριτήρια, όταν βρισκόταν συνήθως στο 2%. Στα τεστ κοπώσεως του 2011 το βασικό σενάριο προέβλεπε δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας 5% και ορισμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που τον υπερέβαιναν στη συνέχεια προσέφυγαν σε πακέτα διάσωσης. Οι υποθετικές συνθήκες κρίσης στις οποίες θα υποβληθούν οι τράπεζες, όπως μια κατάρρευση της αγοράς, δεν πρόκειται να δημοσιευθούν πριν από τον Απρίλιο ή τον Μάιο.
Στα τεστ του 2014 θα συμμετάσχουν 124 τράπεζες από όλη την Ε.Ε. που αντιπροσωπεύουν συνολικά ενεργητικό της τάξης των 30 τρισ. ευρώ ή περίπου το 80% του τραπεζικού τομέα της Ευρωζώνης. Το ποσοστό είναι υψηλότερο από το 91% των προηγούμενων τεστ κοπώσεως και περιλαμβάνει 104 τράπεζες της Ευρωζώνης, ανάμεσα στις οποίες και οι μεγαλύτερες όπως οι Deutsche Bank, Santander, BNP Paribas και Monte dei Paschi. Αν και η ΕΒΑ έχει καθορίσει το χρονοδιάγραμμα και την κοινή μεθοδολογία που πρέπει να εφαρμοσθούν σε όλες τις τράπεζες, ορισμένες εθνικές εποπτικές αρχές θα προσθέσουν επιπλέον υποθετικούς κινδύνους στους οποίους θα υποβληθούν οι τράπεζες. Η Γερμανία, για παράδειγμα, αναμένεται να εξετάσει τις τράπεζες ως προς την έκθεσή τους στον ναυτιλιακό τομέα, ενώ η Βρετανία ενδέχεται να προσθέσει ένα τεστ σε σχέση με την έκθεσή τους στον τομέα των ακινήτων. Τα τεστ κοπώσεως θα καλύψουν μια περίοδο τριών ετών μέχρι τον Δεκέμβριο του 2016. Προκειμένου να είναι επιλέξιμη μια τράπεζα, πρέπει να καλύπτει τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας όπως τις ορίζει η διεθνής συμφωνία Βασιλεία ΙΙΙ.
Κάθε πρόσθετη έλλειψη που θα οφείλεται στα στρες τεστ σε εθνικό επίπεδο θα δημοσιευθεί ανεξάρτητα από τις εθνικές εποπτικές αρχές ώστε να μην αποβεί εις βάρος του συγκριτικού χαρακτήρα που θα έχουν τα τεστ της Ε.Ε.
Μετά την αποτυχία των προηγούμενων τεστ να εντοπίσουν τα προβλήματα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα είναι αυτή που θα ελέγχει 130 χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Ευρωζώνης, αρχής γενομένης από τον Νοέμβριο μετά την τραπεζική ένωση. Γι’ αυτό και χειρίζεται το θέμα των τεστ κοπώσεως η ίδια, επιστρατεύοντας τις εξουσίες της για να παρακάμψει κάθε προστατευτισμό των εθνικών εποπτικών αρχών και να εξετάσει οποιαδήποτε ύποπτα στοιχεία απευθείας από την εκάστοτε τράπεζα. Οι τράπεζες θα αναγκασθούν να καλύψουν τα κενά κεφαλαιακής επάρκειας ακόμη και πριν από την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των τεστ και να ενημερώσουν τις αγορές τον Ιούνιο αν η πρώτη εξέτασή τους αποκαλύπτει οποιαδήποτε σημαντική έλλειψη.

