Το στρατηγικό σχέδιο της Δύσης να περιορίσει την οικονομική της εξάρτηση από την Κίνα και να θωρακίσει τις εφοδιαστικές της αλυσίδες απέναντι στην επέλαση του «Κόκκινου Δράκου» σκοντάφτει σε μια σκληρή οικονομική πραγματικότητα. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα ανάλυσης με την υπογραφή της EY-Parthenon, του παγκόσμιου βραχίονα παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών στρατηγικής της Ernst & Young, η οποία προσδιορίζει το κόστος της απαγκίστρωσης από το Πεκίνο, προειδοποιώντας για μόνιμες πληθωριστικές πιέσεις και βιομηχανικά αδιέξοδα.
Η Ευρώπη και οι ΗΠΑ, διαπιστώνει, θα χρειαστεί να επενδύσουν το αστρονομικό ποσό των 23,6 τρισ. δολαρίων τα επόμενα 25 χρόνια, προκειμένου να αναπαράγουν τις υποδομές, την έρευνα, το λογισμικό και τις γραμμές παραγωγής που ελέγχονται σήμερα από την Κίνα. Η κατανομή αυτού του βάρους αποτυπώνει το μέγεθος της πρόκλησης για κάθε οικονομικό μπλοκ έως το 2050. Το μεγαλύτερο μερίδιο αναλογεί στις ΗΠΑ, οι οποίες θα κληθούν να δαπανήσουν 13,7 τρισ. δολάρια για την απεξάρτηση από την Κίνα, την ώρα που το κόστος για την Ευρωζώνη αγγίζει τα 9,1 τρισ. δολάρια και για το Ηνωμένο Βασίλειο τα 800 δισ. δολάρια. Με άλλα λόγια, οι ΗΠΑ θα πρέπει να δαπανούν περίπου 550 δισ. δολάρια ετησίως, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν με τις κολοσσιαίες επενδύσεις που πραγματοποίησαν οι αμερικανικοί τεχνολογικοί όμιλοι σε κέντρα δεδομένων το 2025. Στην περίπτωση της Ε.Ε., η δαπάνη μεταφράζεται σχεδόν σε διπλασιασμό του υφιστάμενου προϋπολογισμού της, γεγονός που δημιουργεί έντονο προβληματισμό για τις δημοσιονομικές αντοχές των κρατών-μελών του μπλοκ.
«Η τεράστια επένδυση που απαιτείται για την αντικατάσταση των κινεζικών πόρων και υλικών στα οποία βασίζονται σήμερα οι προηγμένες οικονομίες, υπογραμμίζει το μέγεθος της πρόκλησης που αντιμετωπίζουν σήμερα οι δυτικές κυβερνήσεις, καθώς επιδιώκουν να μειώσουν την κινεζική κυριαρχία στις στρατηγικές αλυσίδες εφοδιασμού», σημειώνουν χαρακτηριστικά οι Financial Times.
Στην περίπτωση της Ε.Ε., η δαπάνη μεταφράζεται σχεδόν σε διπλασιασμό του υφιστάμενου προϋπολογισμού της.
Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι αυτή η συλλογική επένδυση, η οποία θα ανέρχεται κατά μέσον όρο σε 940 δισ. δολάρια ετησίως, πρέπει να λειτουργήσει προσθετικά στις ήδη αυξημένες δαπάνες που απαιτούνται για την πράσινη ενέργεια, την άμυνα, την τεχνολογία και τις υποδομές. «Η τοπική προσαρμογή των αλυσίδων εφοδιασμού χωρίς να επιβάλλονται απαγορευτικά κόστη στους φορολογουμένους και στους καταναλωτές θα αποτελέσει μία από τις πιο τρομερές προκλήσεις για τις επιχειρήσεις και τις κυβερνήσεις τα επόμενα χρόνια», εξηγεί ο Mατς Πέρσον, στέλεχος της EY-Parthenon και πρώην σύμβουλος της Ντάουνινγκ Στριτ.
Η «αχίλλειος πτέρνα» της ευρωπαϊκής και της αμερικανικής οικονομίας απέναντι στην Κίνα αναδείχθηκε πρόσφατα, όταν το Πεκίνο επέβαλε αυστηρούς ελέγχους στις εξαγωγές κρίσιμων σπάνιων γαιών μετά την απειλή της Ουάσιγκτον για επιβολή δασμών 145% στις κινεζικές εισαγωγές. Η κίνηση αυτή που οδήγησε τις γραμμές παραγωγής της αυτοκινητοβιομηχανίας και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού στα πρόθυρα της παράλυσης –πριν επιτευχθεί τελικά μια προσωρινή εκεχειρία– ανάγκασε τη Δύση, και ιδιαίτερα την Ε.Ε., να αναζητήσει επειγόντως στρατηγικές αποθήκευσης σπάνιων γαιών. Η εξάρτηση ωστόσο παραμένει τεράστια. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, η Κίνα προβλέπεται να ελέγχει έως το 2035 περισσότερο από το 60% του παγκόσμιου εξευγενισμένου λιθίου και κοβαλτίου, καθώς και το 80% του γραφίτη και των στοιχείων σπάνιων γαιών που είναι απαραίτητα για την κατασκευή μπαταριών και την πράσινη μετάβαση.
Αυτός ο ασφυκτικός έλεγχος καθιστά την άμεση ή βραχυπρόθεσμη αποσύνδεση από την Κίνα πρακτικά αδύνατη, μία πρόκληση που δεν περιορίζεται μόνο στο οικονομικό σκέλος, όπως υπογραμμίζει η Αλίσια Ερέρο, επικεφαλής οικονομολόγος για την περιοχή Ασίας – Ειρηνικού στην επενδυτική τράπεζα Natixis. Κι αυτό γιατί το Πεκίνο ελέγχει τα πάντα: από την επεξεργασία των πρώτων υλών μέχρι τις δραστικές φαρμακευτικές ουσίες που θωρακίζουν την παγκόσμια υγεία. Με φόντο όλα τα παραπάνω και ενώ οι μεγάλες οικονομίες της Δύσης απειλούνται από ένα νέο κύμα πληθωρισμού, τα κινεζικά προϊόντα απολαμβάνουν ένα πλεονέκτημα εργοστασιακής τιμής της τάξης του 20% έως 100% έναντι των δυτικών ανταγωνιστών τους. Η αντικατάστασή τους θα ωθήσει αναπόφευκτα τις τιμές προς τα πάνω. Ειδικότερα στην Ευρώπη, η σοβαρή εξάρτηση από την Κίνα εκτιμάται ότι θα διατηρήσει τις τιμές σε κρίσιμους τομείς υψηλότερες κατά 1% με 2,5%. Μια τέτοια εξέλιξη θα κρατούσε την ΕΚΤ και την Τράπεζα της Αγγλίας σε μια διαρκή μάχη, εγκλωβισμένες πάνω από τον επίσημο στόχο του 2% για τον πληθωρισμό. Εκτός από τις επενδύσεις σε εργοστάσια και υλικές υποδομές, οι δυτικές οικονομίες που επιδιώκουν να μειώσουν την εξάρτησή τους από την Κίνα θα πρέπει να επενδύσουν δυναμικά στην εκπαίδευση εργαζομένων και στην αυτοματοποίηση των εργοστασιακών διαδικασιών, καταλήγει η έκθεση της EY-Parthenon.

