Ο κόσμος έχει απορροφήσει με εντυπωσιακή ευκολία την απώλεια ενός και πλέον δισ. βαρελιών πετρελαίου από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, αλλά, με τη μακροπρόθεσμη ειρήνη να είναι ζητούμενο και τα αποθέματα πλέον εξαντλημένα, παραμένει ο κίνδυνος μελλοντικών αυξήσεων στις τιμές. Ο στραγγαλισμός των Στενών του Ορμούζ από την Τεχεράνη σε απάντηση στις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ πυροδότησε φόβους για μια καταστροφική παγκόσμια ενεργειακή κρίση.
Η επακόλουθη τετράμηνη σύγκρουση δημιούργησε πράγματι τη μεγαλύτερη ενεργειακή αναστάτωση στην Ιστορία, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας. Στη χειρότερη περίπτωση, η απώλεια εφοδιασμού ήταν 14 εκατ. βαρέλια την ημέρα. Oι ανησυχίες ωστόσο ότι η Ασία και η Ευρώπη θα ξεμείνουν από βενζίνη, ντίζελ ή καύσιμο αεροσκαφών δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ. Και αφού κορυφώθηκαν γύρω στα 126 δολάρια ανά βαρέλι τον Απρίλιο, εξακολουθούν να είναι περίπου 20 δολάρια χαμηλότερα από το ρεκόρ του 2008. Αυτό υποδηλώνει ότι οι έμποροι θεώρησαν την αναστάτωση σοβαρή αλλά διαχειρίσιμη, λένε οι αναλυτές. Από την πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970, τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας δείχνουν ότι η ένταση του πετρελαίου –ένα μέτρο του ρόλου που διαδραματίζει το πετρέλαιο στην οικονομική δραστηριότητα– έχει μειωθεί κατά περισσότερο από το μισό στις περισσότερες προηγμένες οικονομίες και περίπου κατά 20% στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες χώρες. Πέρα από αυτήν τη διαρθρωτική μετατόπιση, ωστόσο, τρεις συγκεκριμένοι παράγοντες ευθύνονται για την αποτροπή του χειρότερου σεναρίου κατά τη διάρκεια της κρίσης του Κόλπου.
Η Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ βρήκαν εναλλακτικές οδούς εξαγωγής. Η Ασία, με επικεφαλής την Κίνα, περιόρισε τις αγορές. Και χώρες σε όλο τον κόσμο πιθανότατα απέσυραν περίπου 1 δισ. βαρέλια πετρελαίου από τα αποθέματά τους, μεταξύ άλλων μέσω μιας απελευθέρωσης ρεκόρ από τα αποθέματα του IEA. Με την υπογραφή τον περασμένο μήνα μιας προκαταρκτικής συμφωνίας για τον τερματισμό του πολέμου, υπήρξε μια ταχεία επιστροφή στην κανονικότητα. Στην πραγματικότητα, όμως, λίγα πράγματα είναι όπως ήταν πριν από τον πόλεμο. Ακόμα και όταν η Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ, το Κατάρ, το Ιράκ και το Μπαχρέιν ξαναρχίσουν την παραγωγή και τις εξαγωγές, θα περάσουν χρόνια προτού αποκαταστήσουν πλήρως τις ζημιές στις ενεργειακές υποδομές τους. Ενώ οι τιμές μπορεί να αντανακλούν τις προσδοκίες για ταχεία επιστροφή στα προπολεμικά επίπεδα εφοδιασμού, τα στοιχεία για την κυκλοφορία δεξαμενόπλοιων μέσω του Ορμούζ μαρτυρούν μια πιο απαισιόδοξη ιστορία.
Και με τον χρόνο να περνάει για την 60ήμερη εκεχειρία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, η πρόοδος προς μια τελική συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου είναι οδυνηρά αργή. Εν τω μεταξύ, υπάρχει το γιγαντιαίο έργο της ανασύστασης των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου. Η παγκόσμια οικονομία αντιστάθηκε στο σοκ, σύμφωνα με στοιχεία του IEA, εξαντλώντας τα ίδια τα αποθέματα ασφαλείας που είχαν σχεδιαστεί για να την προστατεύσουν από κρίσεις εφοδιασμού. Αυτού του είδους η αστάθεια όμως είναι δαπανηρή. Κάθε αύξηση 5 δολαρίων στις τιμές του πετρελαίου προσθέτει περίπου 190 δισ. δολάρια σε ετήσιο κόστος στην παγκόσμια οικονομία, σύμφωνα με υπολογισμούς του Reuters. Πριν από τη σύγκρουση, η ΕΚΤ είχε εκτιμήσει τις τιμές του πετρελαίου για το 2027-2028 στα 63 έως 64 δολάρια ανά βαρέλι, τιμή που έχει πλέον αυξηθεί σε έναν μέσο όρο 65 έως 75 δολαρίων. Με τις τρέχουσες τιμές του Brent, πιθανότατα θα κόστιζε περισσότερα από 70 δισ. δολάρια ώστε να αντικατασταθούν τα αποθέματα που έχουν χρησιμοποιηθεί για τον μετριασμό των απωλειών εφοδιασμού από τον πόλεμο του Ιράν. Αλλά μέχρι να γίνει αυτό, ο κόσμος θα λειτουργεί χωρίς δίχτυ ασφαλείας σε ένα περιβάλλον γεμάτο αβεβαιότητα.

