Η αναζωπύρωση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή και ένα ξαφνικό sell-off των αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων αποτελούν τους δύο μεγαλύτερους κινδύνους για την Ευρωζώνη, οι οποίοι, αν συμβούν ταυτόχρονα, θα μπορούσαν να οδηγήσουν την περιοχή σε ύφεση και πολλές χώρες σε δημοσιονομικό εκτροχιασμό, προειδοποιεί ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM). Σε αυτό το πλαίσιο διαμηνύει ότι η βασική γραμμή «άμυνας» απέναντι στην επόμενη κρίση είναι η αξιόπιστη δημοσιονομική προοπτική που διατηρεί την εμπιστοσύνη της αγοράς.
Ειδικότερα, όπως σημειώνει ο ESM σε νέα του έκθεση, παρόλο που η Ευρωζώνη έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα σε προηγούμενα σοκ –συμπεριλαμβανομένων της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, της πανδημίας του 2020 και της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία το 2022– η ανθεκτικότητα δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη σε μια εποχή υψηλών επιπέδων χρέους και ελλείμματος και αυξανόμενων αμυντικών δαπανών. «Η ανθεκτικότητα δεν είναι αυτοσυντηρούμενη. Σε έναν πιο αβέβαιο κόσμο θα εξαρτηθεί από την αξιοπιστία, την πειθαρχία και τις πολιτικές επιλογές που γίνονται σήμερα», δήλωσε ο Ρολφ Στράουχ, επικεφαλής οικονομολόγος του Μηχανισμού.
Κατά τον ESM δύο εξωτερικοί κίνδυνοι κυριαρχούν στις προοπτικές της περιοχής: οι παρατεταμένες γεωπολιτικές εντάσεις, συμπεριλαμβανομένης της πιθανότητας νέας κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή, και η απότομη απώλεια αξίας των αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων. «Αυτοί οι δύο κίνδυνοι θα μπορούσαν να αλληλοενισχυθούν μέσω υψηλότερων τιμών ενέργειας και αβεβαιότητας, ασθενέστερης εμπιστοσύνης και αυστηρότερων χρηματοοικονομικών συνθηκών», επισημαίνει.
Οι παρατεταμένες και σοβαρές γεωπολιτικές εντάσεις τείνουν να προκαλούν δυσανάλογα μεγαλύτερες οικονομικές ζημίες. Οι επίμονα υποτονικές επενδύσεις αφήνουν μακροχρόνια σημάδια στις οικονομίες. Παράλληλα, τα αδύναμα σημεία στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, ιδίως σε μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και στις αγορές κρατικών ομολόγων, λειτουργούν ως ενισχυτές, καθιστώντας τα σοκ ταχύτερα και πιο ισχυρά, εξηγεί ο ESM.
Σε ένα δυσμενές σενάριο η Ευρωζώνη θα χάσει το 2% του ΑΕΠ της, ενώ ο ετήσιος πληθωρισμός θα εκτοξευθεί κοντά στο 5%.
Σε ένα δυσμενές σενάριο (με βάση τις εαρινές οικονομικές προβλέψεις της Κομισιόν), όπου οι παρατεταμένες γεωπολιτικές εντάσεις συνδυάζονται με μία απότομη ανατιμολόγηση των αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων, η Ευρωζώνη θα χάσει το 2% του ΑΕΠ της και θα ωθηθεί σε ύφεση, ενώ ο ετήσιος πληθωρισμός θα εκτοξευθεί κοντά στο 5% και οι περισσότερες χώρες θα δουν το δημόσιο χρέος τους να αυξάνεται, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξει αντίδραση νομισματικής ή δημοσιονομικής πολιτικής. Μακροπρόθεσμα και έως το 2035 η δυναμική του χρέους θα επιδεινωθεί σημαντικά, με το δημόσιο χρέος να αυξάνεται κατά περίπου 20% του ΑΕΠ κατά μέσον όρο σε σχεδόν όλες τις χώρες.
Ο ESM εξηγεί ότι η εμπιστοσύνη των επενδυτών στα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία θα μπορούσε να αποδυναμωθεί εάν εγχώριες εξελίξεις οδηγήσουν σε επανεκτίμηση της αξιοπιστίας της πολιτικής των ΗΠΑ ή σε αυξημένες αποτιμήσεις μετοχών. Οι κύριες πηγές για ένα sell-off στις ΗΠΑ είναι, όπως τονίζει, οι εξής τρεις: οι ανησυχίες σχετικά με τη δημοσιονομική δυναμική των ΗΠΑ, οι ανησυχίες σχετικά με την ανεξαρτησία της Fed και οι υπερβολικά αυξημένες αποτιμήσεις των αμερικανικών μετοχών. Κατά τον ESM το sell-off μπορεί να στείλει τον S&P 500 σε «βουτιά» 20%, ενώ ο πανευρωπαϊκός δείκτης Euro Stoxx θα καταγράψει ελεύθερη πτώση 30% μέσα σε 18 μήνες.
Παράλληλα, το δυσμενές σενάριο του ESM συνεπάγεται σημαντικές προκλήσεις δημοσιονομικής προσαρμογής. Οι κυβερνήσεις θα αντιμετωπίσουν, ως αποτέλεσμα, μεγάλες και διαρκείς ανάγκες εξυγίανσης, πέρα από όσα έχουν πετύχει πολλές χώρες στο παρελθόν, σε μια εποχή αυστηρότερων συνθηκών χρηματοδότησης και αυξανόμενων πιέσεων στις δαπάνες. «Τα δημοσιονομικά πλαίσια παρέχουν χρόνο και ευελιξία μόνο εάν οι αγορές εμπιστεύονται τη δέσμευση των κυβερνήσεων για υγιή δημόσια οικονομικά», τονίζει ο ESM. Ετσι, καθώς το χρέος αυξάνεται και τα δημοσιονομικά αποθέματα διαβρώνονται, οι επιλογές πολιτικής θα γίνονται όλο και πιο σημαντικές. «Ως εκ τούτου η αξιοπιστία, η πειθαρχία και η στοχευμένη υποστήριξη θα είναι απαραίτητες».
Ο ESM υπογραμμίζει ότι αυτές οι σοβαρές δημοσιονομικές προκλήσεις ενισχύονται ακόμη περισσότερο με την αύξηση των αμυντικών δαπανών. Υπό το δυσμενές σενάριο, λαμβάνοντας υπόψη τις ανεκπλήρωτες καθαρές στρατιωτικές δαπάνες (σε σχέση με τον στόχο του ΝΑΤΟ του 3,5% ΑΕΠ), το δημόσιο χρέος αυξάνεται για όλες τις χώρες έως το 2035, εκτός από την Κύπρο και την Ελλάδα. «Οι οικονομικές αποδόσεις είναι ισχυρότερες όταν οι αμυντικές δαπάνες προωθούν τις επενδύσεις, την καινοτομία και την παραγωγικότητα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αντιθέτως, οι δαπάνες που επικεντρώνονται στο προσωπικό, στη συντήρηση ή στον εισαγόμενο εξοπλισμό έχουν σημαντικά ασθενέστερα αποτελέσματα στην ανάπτυξη», προειδοποιεί ο ESM.

