Από τότε που το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τους παγκόσμιους δασμούς του προέδρου Τραμπ τον Φεβρουάριο, η κυβέρνησή του εργάζεται πυρετωδώς για την επαναφορά τους, διερευνώντας νομικές επιλογές που θα τους επέτρεπαν να χτίσουν ξανά το δασμολογικό τείχος μεταξύ της οικονομίας των ΗΠΑ και του υπόλοιπου κόσμου. Αργά το βράδυ της Τρίτης, η κυβέρνηση Τραμπ αποκάλυψε μέρος του Plan B: νέους δασμούς από 10% έως 12,5% σε 59 χώρες και την E.Ε. με στόχο να ασκηθεί πίεση σε κυβερνήσεις που, σύμφωνα με τις ΗΠΑ, δεν έχουν θεσπίσει ή επιβάλει νόμους κατά του εμπορίου αγαθών που κατασκευάζονται με καταναγκαστική εργασία.
Αυτοί οι δασμοί θα μπορούσαν να τεθούν σε ισχύ ήδη από τον Ιούλιο και είναι απίθανο να είναι οι τελευταίοι. Θα επιβληθούν μάλιστα σε μια ευαίσθητη στιγμή για την κυβέρνηση, καθώς οι ψηφοφόροι που είναι δυσαρεστημένοι με τις υψηλότερες τιμές από τον πόλεμο με το Ιράν και τις εμπορικές πολιτικές ετοιμάζονται να προσέλθουν στις κάλπες. Οι αξιωματούχοι δείχνουν αποφασισμένοι να επαναφέρουν το όραμα του Τραμπ για την παγκόσμια εμπορική τάξη, η οποία, όπως υποστηρίζει, ήταν άδικη για τις αμερικανικές επιχειρήσεις και άφησε τη χώρα με λιγότερα εργοστάσια και αυξανόμενα εμπορικά ελλείμματα.
Οι νέοι δασμοί θα επιβληθούν βάσει του άρθρου 301 του εμπορικού νόμου του 1974, ενός νόμου που επιτρέπει στον πρόεδρο να επιβάλλει δασμούς για να ανταποκριθεί στις εμπορικές πρακτικές άλλων χωρών. Νομικοί εμπειρογνώμονες δήλωσαν ότι πιθανότατα θα είναι πιο ανθεκτικοί από τον αρχικό νόμο που χρησιμοποίησε ο Τραμπ για να θεσπίσει δασμούς, ενώ άλλοι τονίζουν πως αποσκοπούν κυρίως στην εύρεση ενός τρόπου για να μπλοκαριστούν τα ξένα προϊόντα και να αυξηθούν τα έσοδα, και όχι στον τερματισμό των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. H κυβέρνηση κατέβαλε ελάχιστη προσπάθεια για να ορίσει δασμολογικούς συντελεστές ανάλογα με τη σοβαρότητα των παραβιάσεων. Η έρευνα για την καταναγκαστική εργασία απέκλεισε επίσης ορισμένες μικρότερες χώρες όπου η κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει εντοπίσει δουλεία, εμπορία ανθρώπων ή καταναγκαστική εργασία, όπως το Αφγανιστάν, η Λευκορωσία, η Μιανμάρ και η Μαυριτανία. Στις ΗΠΑ ισχύει μια απαγόρευση σχεδόν ενός αιώνα στις εισαγωγές που γίνονται με καταναγκαστική εργασία, καταδίκη ή εργασία με συμβόλαιο.
Οι αξιωματούχοι του Τραμπ πίεσαν για να περιληφθεί η απαγόρευση της εισαγωγής αγαθών καταναγκαστικής εργασίας στη συμφωνία ΗΠΑ – Μεξικού – Καναδά, κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Τραμπ. Και τον περασμένο χρόνο, οι εμπορικές συμφωνίες που διαπραγματεύτηκε η κυβέρνηση με την Αργεντινή, το Μπανγκλαντές, την Καμπότζη, τον Ισημερινό, το Ελ Σαλβαδόρ, τη Γουατεμάλα, την Ινδονησία, τη Μαλαισία και την Ταϊβάν έχουν συμπεριλάβει δεσμεύσεις για την απαγόρευση της εισαγωγής τέτοιων αγαθών. Ωστόσο η κυβέρνηση Τραμπ έχει εκδώσει μόνο μια χούφτα νέων διαταγμάτων που απαγορεύουν τις εισαγωγές από συγκεκριμένες εταιρείες λόγω χρήσης καταναγκαστικής εργασίας.
Η έκθεση που εξέδωσε η κυβέρνηση Τραμπ την Τρίτη καταγγέλλει επίσης χώρες όπως η Πολωνία και η Ισπανία για την εισαγωγή ρυζιού από τη Βιρμανία και καπνού από το Μαλάουι που παρασκευάζονται με καταναγκαστική εργασία, αλλά δεν επιβάλλει δασμούς στη Βιρμανία ή στο Μαλάουι. Ορισμένοι αναλυτές ανέφεραν ότι η κυβέρνηση Τραμπ μπορεί να επέλεξε μια λογική με διακομματική υποστήριξη σε μια προσπάθεια να καταστήσει τους δασμούς της πιο ανθεκτικούς πολιτικά.
Η κυβέρνηση θα μπορούσε να μηνυθεί ξανά για αυτούς τους δασμούς, αλλά η Δικαιοσύνη θα ήταν απίθανο να τους ανατρέψει. «Είναι αρκετά δύσκολο να αντιταχθεί κανείς στην ιδέα ότι οι χώρες δεν θα έπρεπε να έχουν νόμο περί καταναγκαστικής εργασίας ή ότι δεν θα έπρεπε να τον επιβάλλουν αποτελεσματικά», λέει ο Ράιαν Μάγερους, δικηγόρος Εμπορίου στην King & Spalding.

