Η αύξηση του ΑΕΠ στις ΗΠΑ το 2025 θα ήταν κατά 4 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερη εάν είχε προσμετρηθεί η συμβολή της τεχνητής νοημοσύνης. Είναι η άποψη που καταθέτουν από κοινού οικονομολόγοι του Peterson Institute for International Economics και της κεντρικής τράπεζας του Καναδά, οι οποίοι εισηγούνται να ενταχθεί η ΑΙ στο σύστημα υπολογισμού της οικονομικής ανάπτυξης.
Οι Αντον Κόρινεκ και Πάτρικ Μακέλβεϊ, αντίστοιχα, μέτρησαν ότι η παραγωγή τεχνητής νοημοσύνης στις ΗΠΑ αυξήθηκε με ρυθμό άνω του 2.000% ετησίως το 2024 και το 2025. Απέδωσαν τη συγκεκριμένη εξέλιξη σε τρεις βασικούς παράγοντες: στην επέκταση της δυναμικότητας των data centers, τη βελτίωση της αποδοτικότητας του hardware και την ενίσχυση της αλγοριθμικής προόδου. «Η αντιμετώπιση του τομέα της ΑΙ ως συνεκτικής οικονομικής οντότητας οδηγεί σε προκαταρκτικές εκτιμήσεις που τοποθετούν το ονομαστικό ΑΕΠ της τεχνητής νοημοσύνης περίπου στα 250 δισ. δολάρια το 2025, με ετήσιο ρυθμό αύξησης της τάξης του 2.600% σε ποιοτικά προσαρμοσμένους πραγματικούς όρους», αναφέρουν χαρακτηριστικά σε αντίστοιχο report. Η οικονομία της τεχνητής νοημοσύνης στις Ηνωμένες Πολιτείες αναπτύσσεται με πρωτοφανή ρυθμό, αλλά στην πραγματικότητα είναι σε μεγάλο βαθμό αόρατη στις συμβατικές στατιστικές του ΑΕΠ. Εξ ου και οι συγγραφείς προτείνουν την ανάπτυξη ενός πλαισίου «ΑΕΠ της τεχνητής νοημοσύνης» για την καλύτερη μέτρηση του αυξανόμενου ρόλου αυτής στην οικονομία: «Οι εθνικοί λογαριασμοί, όπως είναι σήμερα διαμορφωμένοι, δυσκολεύονται να “δουν” ακόμη και τον ίδιο τον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης. Δεν σχεδιάστηκαν για να παρακολουθούν αυτού του είδους τη δραστηριότητα. Οι στατιστικές αρχές θα πρέπει να ξεκινήσουν από τώρα την ανάπτυξη δορυφορικών λογαριασμών ειδικά για την τεχνητή νοημοσύνη πριν το χάσμα μέτρησης μετατραπεί σε χάσμα δημόσιας πολιτικής».
Στο πλαίσιο αυτό, υπογραμμίζουν ότι η αρχιτεκτονική της μέτρησης του ΑΕΠ αναπτύχθηκε στα μέσα του 20ού αιώνα, για να παρακολουθεί μια οικονομία οργανωμένη γύρω από τη μεταποίηση. Με άλλα λόγια, οι συμβατικές μέθοδοι αδυνατούν να καταγράψουν τι πραγματικά συμβαίνει στη σύγχρονη οικονομία. Στην πράξη, η δραστηριότητα που σχετίζεται με την ΑΙ είναι διασκορπισμένη σε μια μακρά λίστα κλάδων χωρίς να υπάρχει μια ενιαία κατηγορία που να αποτυπώνει συνολικά την οικονομία της τεχνητής νοημοσύνης.
Στο παρελθόν, παρόμοιες συζητήσεις είχαν προκύψει γύρω από τη συμβολή των ημιαγωγών, πόσο μάλλον του Διαδικτύου, στην οικονομία. Στις αντίστοιχες περιπτώσεις, όμως, η τεχνολογία λειτουργούσε συμπληρωματικά προς την ανθρώπινη εργασία σε μακροοικονομικό επίπεδο: τα καλύτερα τσιπ αύξαναν την παραγωγικότητα εργαζομένων και εξοπλισμού, και οι δωρεάν ψηφιακές υπηρεσίες βελτίωναν την ευημερία μέσω του χρόνου και της προσοχής των ανθρώπων. Η διαφορά με την ΑΙ είναι ότι βρίσκεται σε θέση να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της ανθρώπινης εργασίας σε σειρά από τομείς και, κατ’ επέκταση, θα μπορούσε να αποδειχθεί καταλύτης ανατροπής της μεθόδου με την οποία η οικονομική επιστήμη αποτυπώνει την ανάπτυξη. «Αυτές οι προκλήσεις υπάρχουν ήδη σήμερα σε περιορισμένη μορφή. Ωστόσο, το επιχείρημα υπέρ της αντιμετώπισής τους βασίζεται σε μια προοπτική για το μέλλον: οι στατιστικές υποδομές χρειάζονται χρόνια για να οικοδομηθούν και, όταν τα κενά μέτρησης γίνουν οξεία, το κόστος τού να μην έχουν αντιμετωπιστεί εγκαίρως είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανακτηθεί», παρατηρούν οι εισηγητές της πρότασης.
Οι ίδιοι μάλιστα υπολόγισαν, ως ενδεικτική άσκηση, ότι η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ στις ΗΠΑ θα ήταν υψηλότερη κατά περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες το 2024 και περίπου 4 ποσοστιαίες μονάδες το 2025 εάν το τμήμα της οικονομίας που σχετίζεται με την τεχνητή νοημοσύνη είχε αποπληθωριστεί με βάση τον δικό τους προσαρμοσμένο δείκτη τιμών, αντί για τον συμβατικό αποπληθωριστή που ενσωματώνεται στις σημερινές στατιστικές: «Καθώς οι υπηρεσίες ΑΙ καθίστανται υποκατάστατες εργασιών που μέχρι πρότινος εκτελούνταν από ανθρώπους, η σχετική σύγκριση τιμών μετατοπίζεται: η αξία της ΑΙ δεν μετριέται πλέον σε σχέση με παλαιότερη ΑΙ, αλλά σε σχέση με το κόστος της ανθρώπινης εργασίας που αντικαθιστά».

