Η γερμανική οικονομία, η παραδοσιακή ατμομηχανή της Ευρώπης, αντιμετωπίζει δομικές προκλήσεις, παγιδευμένη σε χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα. Στο εσωτερικό της χώρας, η συζήτηση για την οικονομική πολιτική επικεντρώνεται στις εγχώριες αδυναμίες: στο υψηλό κόστος παραγωγής, στη γραφειοκρατία και στην έλλειψη καινοτομίας που κυριαρχούν στην ατζέντα. Κορυφαίοι αναλυτές, όπως ο Κλέμενς Φιστ, πρόεδρος του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών (Ifo), επιμένουν ότι η λύση βρίσκεται σε μια ολοκληρωμένη εσωτερική προσέγγιση που θα τονώσει τις επενδύσεις και θα δημιουργήσει μια νέα μακροπρόθεσμη δυναμική.
Η διαπίστωση αυτή ωστόσο φαίνεται να αγνοεί μια τεράστια εξωτερική απειλή που αναδιατάσσει πλήρως το παγκόσμιο οικονομικό σκηνικό.
Μια νέα, ανατρεπτική μελέτη από το βρετανικό think tank Centre for European Reform αμφισβητεί τον γερμανικό εφησυχασμό. Υπό τον τίτλο «Κινεζικό σοκ 2.0, το κόστος του εφησυχασμού της Γερμανίας», οι οικονομολόγοι Σάντερ Τόρντουατ και Μπραντ Σέτσερ υποστηρίζουν ότι η τρέχουσα οικονομική αδυναμία της Γερμανίας δεν είναι απλώς εσωτερικό παράγωγο, αλλά το άμεσο αποτέλεσμα της ασφυκτικής πίεσης που ασκεί η κινεζική βιομηχανία. Το Πεκίνο δεν ανταγωνίζεται πλέον τη Δύση μόνο σε φθηνά καταναλωτικά αγαθά, αλλά στοχεύει απευθείας στην καρδιά του γερμανικού παραγωγικού μοντέλου, εκτοπίζοντας συστηματικά τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές από παραδοσιακές αγορές-κλειδιά.
Τα τελευταία χρόνια η Κίνα έχει κατακτήσει δεσπόζουσα θέση τόσο σε κρίσιμες πρώτες ύλες και σπάνιες γαίες, όσο και σε κλάδους αιχμής που καθορίζουν το μέλλον της παγκόσμιας οικονομίας, όπως τα τσιπ, η ρομποτική, οι μπαταρίες και τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Η μετατόπιση αυτή είναι περισσότερο ορατή από ποτέ στην αυτοκινητοβιομηχανία, στο «ιερό δισκοπότηρο» της γερμανικής βιομηχανικής υπεροχής, όπου οι Κινέζοι κατασκευαστές επεκτείνονται επιθετικά μετά την πανδημία.
Η γερμανική κυβέρνηση έχει μέχρι στιγμής αντιδράσει μάλλον επιφυλακτικά σε προτάσεις για αυστηρότερα μέτρα κατά της Κίνας, επικαλούμενη ανησυχία για πιθανά αντίποινα.
Οι Τόρντουατ και Σέτσερ προειδοποιούν ότι οι ευρωπαϊκές εταιρείες κινδυνεύουν να χάσουν σημαντικό μερίδιο αγοράς όχι μόνο διεθνώς, αλλά και εντός της ίδιας της Ευρώπης. Αναφέρουν ως παράδειγμα τη γερμανική ηλιακή βιομηχανία, η οποία κάποτε μεσουρανούσε και τώρα έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Η παρακμή των βιομηχανικών περιοχών στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του 2000 χρησιμεύει επίσης ως προειδοποίηση για το τι θα μπορούσε να συμβεί στις βιομηχανικές περιοχές της Γερμανίας.
Αυτή η εξέλιξη δεν είναι τυχαία, αλλά το αποτέλεσμα μιας καλά σχεδιασμένης κινεζικής βιομηχανικής πολιτικής. Μέσω των φραγμών της αγοράς, της εκτεταμένης κρατικής στήριξης, του στρατηγικού ελέγχου των πρώτων υλών και των άμεσων πολιτικών παρεμβάσεων, η Κίνα έχει εξασφαλίσει στις εταιρείες της σημαντικά πλεονεκτήματα. Σύμφωνα με τη μελέτη, οι συνέπειες είναι ήδη σαφώς ορατές. Οι εξαγωγές της Κίνας έχουν αυξηθεί πρόσφατα πολύ ταχύτερα από το παγκόσμιο εμπόριο στο σύνολό του, ενώ η Γερμανία καταγράφει μειώσεις στις συναλλαγές της με την Κίνα ιδίως από το 2023. Αυτό, υποστηρίζουν οι συγγραφείς, έχει σημαντικό αντίκτυπο στη δημιουργία βιομηχανικής αξίας και στην απασχόληση.
Οι συγγραφείς της έρευνας προτείνουν τη λήψη αυστηρών προστατευτικών μέτρων από την πλευρά της Ευρώπης για να σταματήσει η πίεση από την Κίνα. Ζητούν αυστηρότερα προστατευτικά μέτρα κατά του κινεζικού ανταγωνισμού. Αυτά περιλαμβάνουν υψηλότερους εισαγωγικούς δασμούς σε ευαίσθητους βιομηχανικούς τομείς, μεγαλύτερη εξέταση των ευρωπαϊκών προϊόντων και αυστηρότερους κανόνες για τις κινεζικές εταιρείες που επιθυμούν να κατασκευάσουν στην Ευρώπη.
Η γερμανική κυβέρνηση έχει μέχρι στιγμής αντιδράσει μάλλον επιφυλακτικά σε τέτοιες προτάσεις, επικαλούμενη τους στενούς οικονομικούς δεσμούς της με την Κίνα αλλά και την ανησυχία για πιθανά αντίποινα. Ταυτόχρονα, η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται από τις κινεζικές προμήθειες σε βασικούς τομείς, όπως οι κρίσιμες πρώτες ύλες και τα ενδιάμεσα βιομηχανικά προϊόντα. Η παθητική αυτή στάση προκαλεί αυξανόμενη δυσαρέσκεια εντός της Ε.Ε. Χώρες όπως η Γαλλία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Ολλανδία και η Λιθουανία έχουν ήδη ζητήσει με κοινό έγγραφο θέσης πιο αυστηρή απάντηση απέναντι στις εμπορικές πρακτικές του Πεκίνου. Η Γερμανία, ωστόσο, αρνήθηκε να στηρίξει αυτή την πρωτοβουλία. Μάλιστα, ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς έφτασε στο σημείο να προτείνει τη σύναψη μιας νέας εμπορικής συμφωνίας με την Κίνα, μια ιδέα που απορρίφθηκε άμεσα από τις Βρυξέλλες.

