Κλίμα συναγερμού επικράτησε για ακόμη μία φορά χθες στο οικονομικό επιτελείο της Τουρκίας εξαιτίας των κραδασμών που από την Πέμπτη προκαλεί στους τίτλους και στο νόμισμα της γειτονικής χώρας η νέα προσπάθεια του προέδρου Ερντογάν να εξουδετερώσει άλλον έναν πολιτικό αντίπαλό του, με εργαλείο του την παροπλισμένη τουρκική δικαιοσύνη.
Νωρίς το πρωί ο υπουργός Οικονομικών Μεχμέτ Σιμσέκ συγκάλεσε έκτακτη σύσκεψη με την Επιτροπή Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, με σκοπό την αναζήτηση μέτρων που θα επαναφέρουν την ηρεμία και θα διασφαλίσουν «την αποτελεσματική, υγιή και ομαλή λειτουργία» των τουρκικών αγορών.
Ζητούμενο είναι να επανέλθει η ηρεμία στο χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης που έκλεισε την Πέμπτη με πτώση 6,1%, ενώ και η τουρκική λίρα υποχώρησε περαιτέρω 0,3% στις 45,74 τουρκικές λίρες προς ένα δολάριο.
Η νέα διολίσθηση του χειμαζόμενου νομίσματος εξώθησε για ακόμη μία φορά τις τουρκικές τράπεζες σε παρέμβαση στην αγορά συναλλάγματος προκειμένου να στηριχθεί η λίρα. Ομοίως το κόστος δανεισμού της τουρκικής λίρας στην offshore αγορά εκτοξεύθηκε στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δύο μηνών αντανακλώντας την κλιμακούμενη ανησυχία μεταξύ επενδυτών, ενώ και το κόστος ασφάλισης πενταετούς δανεισμού, τα γνωστά cds, σημείωσε άνοδο 261 μονάδων βάσης, καθώς είχε ήδη προηγηθεί επίσης άνοδος 20 μ.β. την προηγούμενη ημέρα.
Το κλίμα θυμίζει την αναταραχή στην τουρκική αγορά πριν από 14 μήνες με τη σύλληψη Ιμάμογλου.
Αιτία των νέων κραδασμών στην τουρκική αγορά ήταν η απόφαση δικαστηρίου που αποπέμπει τον Οζγκιούρ Οζέλ, επικεφαλής του αντιπολιτευόμενου Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), και δίνει εντολή να αντικατασταθεί από τον προκάτοχό του Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου. Ομως ο Κιλιτσντάρογλου, που είχε παραμείνει επικεφαλής του CHP επί 13 χρόνια, είχε υποστεί αλλεπάλληλες ήττες από τον Ερντογάν και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του οποίου ηγείται.
Ο Οζέλ, που τον αντικατέστησε το 2023, έφερε αντιθέτως νέο αέρα στο αντιπολιτευόμενο κόμμα, όπως φάνηκε με την ενίσχυσή του στις δημοτικές εκλογές πριν από δύο χρόνια, και πλέον αντιμετωπίζεται ως ισχυρός πολιτικός αντίπαλος από τον Τούρκο πρόεδρο. «Είναι μια μαύρη ημέρα για τη δημοκρατία», δήλωσε ο Οζέλ από τα κεντρικά γραφεία του κόμματος στην Αγκυρα και σχολιάζοντας την αντίδραση της αγοράς τόνισε πως «η ζημιά που προκάλεσε ήδη στη χώρα έχει ανέλθει στα 10 δισ. δολ. μέσα σε μισή ώρα και αύριο θα ξυπνήσουμε εν μέσω μιας καταστροφής».
Η απόφαση του δικαστηρίου είναι έτσι προφανές ότι επιχειρεί να εκτοπίσει άλλον έναν ισχυρό πολιτικό αντίπαλο του Ερντογάν και να καταστήσει εφικτή την παραμονή του στην εξουσία, που ήδη διαρκεί σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα.
Η αντιπολίτευση κατηγορεί τον Ερντογάν ότι μετατρέπει το δικαστικό σύστημα σε εργαλείο του για να εξοντώσει τους αντιπάλους του ενόψει των εκλογών που έχουν προγραμματισθεί για το 2028. Πρωτίστως, όμως, οδηγεί για ακόμη μία φορά σε φυγή τους επενδυτές, καθώς τους πείθει πως ο Τούρκος πρόεδρος επιστρέφει στις γνωστές αντιδημοκρατικές μεθόδους του που συχνά υπονομεύουν την τουρκική οικονομία.
Η υπόθεση Ιμάμογλου
Το κλίμα θυμίζει τους κραδασμούς που γνώρισε η τουρκική αγορά πριν από 14 μήνες, στα τέλη Μαρτίου του 2025, όταν οι τουρκικές αρχές συνέλαβαν και φυλάκισαν τον δήμαρχο της Κωνσταντινούπολης και εκ των ισχυρότερων πολιτικών αντιπάλων του Ερντογάν, Εκρέμ Ιμάμογλου. Η σύλληψη του Ιμάμογλου έγινε με κατηγορίες για διαφθορά λίγες ημέρες προτού ανακοινώσει την υποψηφιότητά του για τις προεδρικές εκλογές, προκάλεσε κατακραυγή τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο εξωτερικό και οδήγησε σε μεγάλη πτώση την τουρκική αγορά.
Τότε η τουρκική λίρα υποχώρησε στις 39 λίρες προς ένα δολάριο από τις 37 λίρες προς ένα δολάριο που ήταν πριν, οι αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων της Τουρκίας σημείωσαν άνοδο 2 εκατοστιαίων μονάδων στο 28,4%, το χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης σημείωσε πτώση σχεδόν 7% και τις μεγαλύτερες απώλειες κατέγραψαν οι τράπεζες, όπως οι Yapi Kredi, Isbank και Akbank, οι μετοχές των οποίων υποχώρησαν όλες κατά περίπου 10%.
Και τότε όπως και χθες ο υπουργός Οικονομικών Μεχμέτ Σιμσέκ και ο διοικητής της Τράπεζας της Τουρκίας Φατίχ Καραχάν κινήθηκαν εσπευσμένα, αλλά τότε προτίμησαν να απευθυνθούν στους ξένους επενδυτές σε τηλεδιάσκεψη που είχαν διοργανώσει οι Citigroup και Deutsche Bank, ενώ την ίδια στιγμή το χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση με 17%.
Οι πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης Ερντογάν ήταν, άλλωστε, πίσω από μία εκ των χειρότερων νομισματικών κρίσεων που έχει γνωρίσει τα τελευταία χρόνια η Τουρκία. Ηταν το καλοκαίρι του 2018 όταν η Αγκυρα προκάλεσε διπλωματική κρίση με τις ΗΠΑ κρατώντας επίμονα Αμερικανό πάστορα που είχε καταδικάσει για τρομοκρατικές ενέργειες. Με τον Ντόναλντ Τραμπ στην πρώτη θητεία του στον Λευκό Οίκο, η Ουάσιγκτον είχε επιβάλει επιθετικές οικονομικές κυρώσεις στην Τουρκία, που οδήγησαν τότε την τουρκική λίρα σε πτώση 37% μέσα σε λίγους μήνες.
Αλλαγές τραπεζιτών
Οι ξένοι επενδυτές έχουν επανειλημμένως εγκαταλείψει μαζικά την Τουρκία στη διάρκεια των περίπου δυόμισι δεκαετιών που ο Ερντογάν βρίσκεται στο τιμόνι της χώρας. Αιτία ήταν σε πολλές περιπτώσεις η ανορθόδοξη νομισματική πολιτική που επέβαλλε στην Τράπεζα της Τουρκίας ο Τούρκος πρόεδρος, αποπέμποντας επανειλημμένως τους διοικητές της για να τους αντικαταστήσει με άλλους πειθήνιους που θα εκτελούσαν τις διαταγές του.
Επέβαλλε, έτσι, επί χρόνια αλλεπάλληλες μειώσεις των επιτοκίων της τουρκικής λίρας, όταν ο πληθωρισμός της Τουρκίας ήταν όχι μόνο διψήφιος, αλλά ενίοτε έφθανε σε επίπεδα της τάξης του 50%. Το αποτέλεσμα ήταν η συνεχής αποδυνάμωση του τουρκικού νομίσματος, που προ δεκαετίας βρισκόταν σε επίπεδα γύρω στις τέσσερις τουρκικές λίρες προς ένα δολάριο και τώρα έχει υποχωρήσει σε επίπεδα κάτω και από τις 45 λίρες προς ένα δολάριο.
Αποτέλεσμα της ίδιας πολιτικής ήταν, άλλωστε, να εξανεμιστούν επανειλημμένως τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της χώρας. Οι αλλεπάλληλες παρεμβάσεις της κεντρικής τράπεζας και των εμπορικών τραπεζών στην αγορά συναλλάγματος με αγορές τουρκικών λιρών και πώληση δολαρίων εξαφάνισαν πολλές εκατοντάδες δισ. δολάρια.

