Οταν ο Σι Τζινπίνγκ συναντήθηκε με τον πρόεδρο Τραμπ πέρυσι, ο Κινέζος ηγέτης προέταξε τον έλεγχο της χώρας του σε κρίσιμα ορυκτά, μια ισχυρή στάση που βοήθησε τον Τραμπ να συμφωνήσει σε μια ετήσια εμπορική εκεχειρία. Αυτή τη φορά, έχει ένα άλλο ισχυρό χαρτί να παίξει: τον πόλεμο στο Ιράν. Ενώ οι ΗΠΑ βρίσκονται σε πόλεμο, ο Σι ζητάει ειρήνη και υποδέχεται ξένους αξιωματούχους από τον Κόλπο και την Ευρώπη που ζητούν τη βοήθειά του για τον τερματισμό της κρίσης, γεγονός που ενίσχυσε την αυτοπεποίθησή του ενόψει της Συνόδου Κορυφής. Ο Λευκός Οίκος προσπαθεί να πιέσει την Κίνα, βασικό αγοραστή ιρανικού πετρελαίου που έχει υποστεί κυρώσεις, να μειώσει την υποστήριξή της προς την Τεχεράνη.
Η Κίνα έχει τους δικούς της λόγους για να βοηθήσει στον τερματισμό της σύγκρουσης.
Η οικονομία της επηρεάζεται από τις υψηλότερες τιμές ενέργειας. Μια παγκόσμια ύφεση θα έβλαπτε τις εξαγωγές της, οι οποίες αποτελούν σημαντική κινητήρια δύναμη ανάπτυξης. Επίσης τα στρατηγικά της αποθέματα πετρελαίου, αν και χρήσιμα, δεν είναι απεριόριστα. Η Κίνα έχει ωθήσει Ιρανούς αξιωματούχους να διαπραγματευτούν με τις ΗΠΑ, αλλά δεν θα ήθελε να εμπλακεί σε έναν πόλεμο. Ακόμα κι αν δεν εμπλακεί στρατιωτικά, θα ήταν πρόθυμη να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ για το άνοιγμα του Ορμούζ, βασικής θαλάσσιας οδού μέσω της οποίας διακινείται έως και το 40% των εισαγωγών πετρελαίου της. «Η κινεζική πλευρά μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμφωνία με τις ΗΠΑ λέγοντας: “Ας συνεργαστούμε για να πείσουμε το Ιράν να κρατήσει τα Στενά ανοιχτά”», δήλωσε ο δρ Λι Νταοκούι, οικονομολόγος στο Πανεπιστήμιο Τσινγκχουά στο Πεκίνο. Η Κίνα θα μπορούσε ακόμη να προσφέρει διάφορα κίνητρα στην Τεχεράνη για να συνεργαστεί με την Ουάσιγκτον, όπως δάνεια, επενδύσεις και προσφορές για βοήθεια στη μεταπολεμική ανοικοδόμηση, λένε οι αναλυτές. Αυτό που θέλει φυσικά περισσότερο ο Σι από τον Τραμπ βρίσκεται αλλού – στην Ταϊβάν. Ο Σι επιδιώκει άμβλυνση της υποστήριξης της Αμερικής προς το νησί, ενώ η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη καθυστερήσει την ανακοίνωση ενός πακέτου πωλήσεων όπλων ύψους 13 δισ. δολαρίων στην Ταϊβάν για να αποφύγει την οργή του.
Ο Σι θα επιδιώξει να επισφραγίσει ότι η χώρα του, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, είναι πλέον ισότιμη με τις ΗΠΑ. Και ότι ο ίδιος, ως ηγέτης της, είναι ισότιμος με τον Τραμπ. Είναι κάτι που επιδιώκει από τότε που ανέλαβε για πρώτη φορά τα καθήκοντά του το 2012. Η Κίνα θέλει επίσης να κερδίσει χρόνο για να γίνει ισχυρότερη, ενώ επιθυμεί περισσότερη σταθερότητα και συνέχιση της εμπορικής εκεχειρίας. Αυτό σημαίνει τέλος στους δασμούς, τέλος στους ελέγχους των εξαγωγών, τέλος στις κυρώσεις που επιβάλλονται στις εταιρείες της. Το Πεκίνο ενισχύει άλλωστε ήδη την «εθνική αυτοδυναμία» στην τεχνολογία, αλλά και στο εμπόριο και την επιστήμη. Από την τελευταία συνάντηση των δύο ηγετών πριν από έξι μήνες, η Κίνα έχει ακονίσει τα εργαλεία της για να προκαλέσει οικονομικό πλήγμα στους αντιπάλους της. Επειτα από χρόνια ελέγχων των εξαγωγών από τις ΗΠΑ, οι κινεζικές εταιρείες κατασκευάζουν τα δικά τους τσιπ, ενώ κολοσσοί όπως η DeepSeek σχεδιάζουν συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που παρακάμπτουν τους περιορισμούς. Το Πεκίνο έχει επίσης δείξει ότι θα αντιδράσει σε περίπτωση πρόκλησης: όταν η Ουάσιγκτον επέβαλε κυρώσεις σε ένα κινεζικό διυλιστήριο τον Απρίλιο για την αγορά ιρανικού πετρελαίου, η Κίνα διέταξε τις εταιρείες της να μη συμμορφωθούν. Για να βοηθήσει στη δημιουργία ενός θετικού τόνου ωστόσο μπορεί να δεσμευθεί για αγορές αεροσκαφών Boeing, αμερικανικής σόγιας και αμερικανικού βοείου κρέατος. Για τους Κινέζους, αυτό είναι ένα αποδεκτό τίμημα για τη σταθερότητα, λένε αναλυτές.

