Την ώρα που η εύθραυστη εκεχειρία ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν δοκιμάζεται ξανά και ο πόλεμος πλήττει τους προϋπολογισμούς επιχειρήσεων, οικογενειών και κυβερνήσεων σε όλο τον κόσμο, πολλές εταιρείες καταγράφουν κέρδη που προκαλούν ίλιγγο. Η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή, με επίκεντρο το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, και η ενεργειακή κρίση που προκάλεσε λειτούργησαν ως καταλύτης για μια βίαιη ανακατανομή πλούτου, μετατρέποντας την ανθρώπινη και οικονομική κρίση σε ευκαιρία πλουτισμού για συγκεκριμένους κλάδους.
Οι έξι μεγάλες τράπεζες της Wall Street ανακοίνωσαν συνολικά κέρδη 47,7 δισ. δολαρίων για το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Η διακοπή της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ, από όπου διέρχεται το ένα πέμπτο της παγκόσμιας παραγωγής υδρογονανθράκων, εκτόξευσε την τιμή του αργού πετρελαίου Brent πάνω από τα 107 δολάρια το βαρέλι. Αυτό το «σοκ προσφοράς» αποδείχθηκε εξαιρετικά κερδοφόρο ιδίως για τους ευρωπαϊκούς πετρελαϊκούς γίγαντες. Η BP είδε τα κέρδη της για το πρώτο τρίμηνο του 2026 να υπερδιπλασιάζονται στα 3,2 δισ. δολάρια, σημειώνοντας την υψηλότερη επίδοση της τελευταίας τριετίας. Η Shell αντίστοιχα ξεπέρασε κάθε πρόβλεψη με κέρδη 6,92 δισ. δολαρίων, ενώ η TotalEnergies κατέγραψε αύξηση της τάξης του 30%, φτάνοντας στα 5,4 δισ. δολάρια. Ενώ οι μεγάλες εταιρείες πετρελαίου εκτιμάται ότι κέρδιζαν πάνω από 30 εκατ. δολάρια την ώρα κατά τον πρώτο μήνα του πολέμου (σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση από την οργάνωση Global Witness για τον Guardian), τα νοικοκυριά στο Ηνωμένο Βασίλειο, λ.χ., προετοιμάζονται για αυξήσεις στους λογαριασμούς ενέργειας που ξεπερνούν τα 400 δολάρια ετησίως.
Ο χρηματοπιστωτικός τομέας δεν έμεινε αμέτοχος στην εκτίναξη κερδών εν μέσω πολέμου. Οι «έξι μεγάλες» τράπεζες της Wall Street, με επικεφαλής την JPMorgan (Bank of America, Morgan Stanley, Citigroup, Goldman Sachs και Wells Fargo), ανακοίνωσαν συνολικά κέρδη 47,7 δισ. δολαρίων για το πρώτο τρίμηνο του 2026. Η έντονη μεταβλητότητα των αγορών ώθησε τους επενδυτές σε μαζικές συναλλαγές, αναζητώντας ασφαλή καταφύγια ή προσπαθώντας να κερδοσκοπήσουν πάνω στις απότομες διακυμάνσεις, γεγονός που γέμισε τα ταμεία στους επενδυτικούς βραχίονες της Goldman Sachs και της Morgan Stanley. «Η αστάθεια που προκάλεσε ο πόλεμος οδήγησε σε αύξηση των συναλλαγών, καθώς πολλοί επενδυτές πούλησαν μετοχές υπό τον φόβο κλιμάκωσης, ενώ άλλοι εκμεταλλεύτηκαν την πτώση της τιμής συμβάλλοντας στην τροφοδότηση ενός ράλι ανάκαμψης», σημειώνει η Σουζάνα Στρίτερ, επικεφαλής επενδυτικής στρατηγικής στη Wealth Club.
Ενας από τους μεγαλύτερους ωφελουμένους σε περιόδους πολέμων είναι και ο αμυντικός τομέας, σημειώνει η Εμιλι Σάβιτς, αναλύτρια στην RSM UK. «Η σύγκρουση ανάγκασε τις χώρες να αναπληρώσουν τα κενά τους, επιταχύνοντας τις επενδύσεις στην πυραυλική άμυνα, σε συστήματα αντιμετώπισης drones και σε στρατιωτικό υλικό σε όλη την Ευρώπη και στις ΗΠΑ», δήλωσε στο BBC. Η ανάγκη των κυβερνήσεων να αναπληρώσουν τα αποθέματά τους και να επενδύσουν σε προηγμένη αεράμυνα αύξησε εντυπωσιακά τις παραγγελίες για κολοσσούς όπως η Lockheed Martin, η Boeing και η Northrop Grumman. Η BAE Systems, βασικός προμηθευτής εξαρτημάτων για τα F-35, αναμένει επίσης θεαματική αύξηση πωλήσεων, με τις παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες να αγγίζουν το αστρονομικό ποσό των 2,88 τρισ. δολαρίων, σύμφωνα με έκθεση του Διεθνούς Ινστιτούτου Ερευνας για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (Sipri). Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, τέλος, έχει επίσης ενισχύσει τους κολοσσούς ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αναδεικνύοντας την ανάγκη απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Η NextEra Energy με έδρα τη Φλόριντα, π.χ., είδε τις μετοχές της να αυξάνονται κατά 17% μέχρι στιγμής φέτος, ενώ οι δανέζικοι κολοσσοί αιολικής ενέργειας Vestas και Orsted κατέγραψαν επίσης αυξημένη κερδοφορία. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η Octopus Energy δήλωσε πρόσφατα στο BBC ότι ο πόλεμος είχε προκαλέσει «τεράστια άνοδο» στην κερδοφορία της, με τις πωλήσεις ηλιακών συλλεκτών να έχουν αυξηθεί κατά 50% από το τέλος Φεβρουαρίου. Η εκτόξευση στην τιμή της βενζίνης, εξάλλου, έδωσε νέα ώθηση στην αγορά ηλεκτρικών οχημάτων, με τους Κινέζους κατασκευαστές να σπεύδουν να καλύψουν τη ζήτηση. Κι ενώ αυξάνονται τα κέρδη των πολυεθνικών, οι φωνές για τη φορολόγηση στα υπερκέρδη τους γίνονται ολοένα και πιο ηχηρές, με οργανώσεις όπως η Greenpeace και η Tax Justice UK να καταγγέλλουν τη συγκέντρωση πλούτου στα χέρια λίγων, την ώρα που η ενεργειακή φτώχεια απειλεί εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως.

