Από την 1η Μαΐου έχει τεθεί σε ισχύ η εμπορική συμφωνία της Ε.Ε. με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής (Mercosur), παρά τις αντιδράσεις των Ευρωπαίων αγροτών και ειδικότερα των κτηνοτρόφων και παραγωγών γαλακτοκομικών και πουλερικών που πιστεύουν ότι θα φέρει την καταστροφή τους. Επί δεκαετίες ο αγροτικός τομέας της Ε.Ε. επιδοτείται γενναία και προστατεύεται από ανάλογες πολιτικές που έχουν σχεδιασθεί, έτσι ώστε να διασφαλίζεται όχι μόνο η επάρκεια τροφίμων αλλά και η προστασία του αγροτικού τρόπου ζωής. Οπως επισημαίνει όμως σε σχετική ανάλυσή της η εφημερίδα Financial Times, το αποτέλεσμα είναι ότι ο κλάδος παραμένει κατακερματισμένος σε μικρά οικογενειακά αγροκτήματα, ενώ στον υπόλοιπο κόσμο έχει συγκεντρωθεί σε μεγαλύτερα και έχει εκβιομηχανιστεί.
Η συμφωνία με τις χώρες Mercosur κατέδειξε πως το ευρωπαϊκό μοντέλο ίσως να μην είναι βιώσιμο, και αυτό προκύπτει ενώ τους επόμενους μήνες οι Βρυξέλλες θα αποφασίσουν για την πορεία που θα πάρει εφεξής η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), το σύνθετο σύστημα επιδοτήσεων στη γεωργία που απορροφά περίπου το ένα τρίτο του προϋπολογισμού της Ε.Ε. Οι οργανώσεις των αγροτών υποστηρίζουν πως οι εμπορικές συμφωνίες, καθώς και πολλές μεταρρυθμίσεις που έχουν εφαρμοστεί στην Ε.Ε., θέτουν σε κίνδυνο τη διατροφική επάρκεια, ενώ αυξάνονται οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι και ο αγροτικός τομέας υφίσταται πολύ μεγάλες πιέσεις, διότι ο πόλεμος στον Κόλπο οδηγεί στα ύψη τις τιμές των καυσίμων και των λιπασμάτων. Εν ολίγοις, ο αγροτικός κόσμος της Ε.Ε. αντιμετωπίζει ένα συνδυασμό από εξωτερικές κρίσεις που πλήττουν την παραγωγή, αυξάνουν το κόστος και απειλούν τη βιωσιμότητα του κλάδου.
Ο κλάδος παραμένει κατακερματισμένος σε μικρά οικογενειακά αγροκτήματα, ενώ στον υπόλοιπο κόσμο έχει συγκεντρωθεί σε μεγαλύτερα και έχει εκβιομηχανιστεί.
Οι υπέρμαχοι της μεταρρύθμισης της αγροτικής πολιτικής επιμένουν πως προτεραιότητα της Ευρώπης είναι να γίνει ανταγωνιστική στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον και όχι να προστατεύσει τους αγρότες από τις δυνάμεις της αγοράς. Ορισμένοι πιστεύουν πως οι επιδοτήσεις καθυστερούν την αναδιάρθρωση του κλάδου που θα αντικαταστήσει τα μικρά οικογενειακά αγροκτήματα με πιο αποτελεσματικές αγροτικές επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας, όπως ήδη συμβαίνει σε ορισμένα τμήματα της Νότιας Ευρώπης. Και επιμένουν πως οι συνέπειες στη συνολική παραγωγή τροφίμων θα είναι ελάχιστες. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική της Ε.Ε. θεσπίστηκε το 1962 για να διασφαλίσει επάρκεια τροφίμων μετά τις ελλείψεις που είχε γνωρίσει η Ευρώπη κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και μεθόδευσε αυτόν τον στόχο με επιδοτήσεις της παραγωγής, στήριξη των τιμών και θωράκιση του κλάδου από τον εξωτερικό ανταγωνισμό. Το μοντέλο αυτό απεδείχθη επιτυχημένο για μεγάλο μέρος του δεύτερου ημίσεος του 20ού αιώνα. Η πρόοδος στα λιπάσματα και στα εντομοκτόνα, όπως και η εφαρμογή επιστημονικών μεθόδων στις καλλιέργειες για αύξηση της παραγωγής διασφάλισε πλεόνασμα τροφίμων στην Ευρώπη.
Από τη δεκαετία του 1980, όμως, το σύστημα άρχισε να παράγει περισσότερα από όσα μπορούσε να καταναλώσει η ήπειρος και οι Βρυξέλλες άρχισαν να αγοράζουν το πλεόνασμα τροφίμων για να στηρίξουν τις τιμές. Οι πολιτικοί αντί να μεταρρυθμίσουν το σύστημα, άρχισαν να το προσαρμόζουν. Και η Ε.Ε. ξεκίνησε να εξάγει όλο και περισσότερα τρόφιμα. Το εμπορικό πλεόνασμά της από τον κλάδο των τροφίμων γεωργικής προέλευσης έφτασε το περασμένο έτος στα 50 δισ. ευρώ. Η αξία των εξαγωγών τους ανήλθε στο ρεκόρ των 238,4 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα η Ε.Ε. να είναι ο μεγαλύτερος στον κόσμο εξαγωγέας τροφίμων αγροτικής παραγωγής. Παράλληλα αυξήθηκε και η αξία των εισαγωγών και έφτασε στα 188,6 δισ. ευρώ εξαιτίας της ανόδου των τιμών για τον καφέ, το κακάο και το τσάι. Παρά την εκτόξευση των εξαγωγών, το μοντέλο παρέμεινε άθικτο και εξακολούθησε να προστατεύει τους αγρότες από τις πιέσεις της αγοράς και να επιτρέπει την επιβίωση μικρότερων αγροκτημάτων που δεν είναι ανταγωνιστικά. Οταν οι Βρυξέλλες επέβαλαν δασμούς στα ηλεκτροκίνητα οχήματα της Κίνας, το Πεκίνο αντέδρασε με δασμούς στο χοιρινό κρέας, στα γαλακτοκομικά και στο κονιάκ, που είναι στενά συνδεδεμένα με την οικονομία αγροτικών κοινοτήτων οι οποίες εξαρτώνται από τις εξαγωγές. Ανοίγοντας τις αγορές της η Ευρώπη μπορεί να ωφελήσει ορισμένα τμήματα της οικονομίας της, αλλά παράλληλα εκθέτει ορισμένα πολιτικά ευαίσθητα τμήματα του αγροτικού κόσμου στον ανταγωνισμό από τους παραγωγούς χαμηλού κόστους της Βραζιλίας και της Αργεντινής.

