Πέθανε η Ντόρις Φίσερ, η επιχειρηματίας που ίδρυσε, μαζί με τον σύζυγό της, την Gap το 1969, αλλάζοντας τον τρόπο με τον οποίο ντύνονταν οι Αμερικανοί και δημιουργώντας μια αυτοκρατορία του λιανεμπορίου. Ηταν 94 ετών, ενώ ο σύζυγός της Ντον Φίσερ είχε πεθάνει το 2009.
Ξεκινώντας με ένα κατάστημα στην Ocean Avenue του Σαν Φρανσίσκο, το οποίο πουλούσε τζιν και μουσικούς δίσκους, οι Φίσερ μετέτρεψαν την Gap σε έναν γίγαντα αξίας 16 δισ. δολαρίων. Το όνομα της επιχείρησης ήταν μια ιδέα της Ντόρις Φίσερ και αναφερόταν στο «χάσμα των γενεών» (generation gap), καθώς στόχος της Gap ήταν να προσελκύσει τους νεότερους καταναλωτές.
Πραγματικά, η εταιρεία εκμεταλλεύθηκε την ανάδειξη νέων τάσεων στη μόδα και ειδικότερα τη δημοτικότητα των τζιν, των παντελονιών τύπου khakis, των t-shirt και γενικά της casual ένδυσης. Η Gap άνοιξε καταστήματα σχεδόν σε κάθε εμπορική πιάτσα και εμπορικό κέντρο των ΗΠΑ, πουλώντας τα ρούχα της σε λογικές τιμές.
Ο Ντον και η Ντόρις Φίσερ θεωρούσαν τους εαυτούς τους ισότιμους συνεταίρους, καθώς εκείνος ασχολείτο με το διοικητικό κομμάτι και εκείνη με το εμπόρευμα.
Η φιλοσοφία των Φίσερ ήταν να κάνουν τα ψώνια εύκολα. Τα καταστήματά τους ήταν γεμάτα με εμπόρευμα, είχαν πολλά δοκιμαστήρια και τα μεγέθη των ρούχων ήταν καλά οργανωμένα. Οταν η εταιρεία αποφάσισε να δημιουργήσει τη δική της σειρά ρούχων το 1972, η Ντόρις Φίσερ είχε ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση του στυλ του brand. Υπό την ηγεσία των Φίσερ, η Gap αναπτύχθηκε γρήγορα αλλά κατά τη δεκαετία του 1980 εμφάνισε μια επιβράδυνση, καθώς οι προτιμήσεις της μόδας άλλαξαν. Το 1983 τα ηνία της εταιρείας πέρασαν στον Μίλαρντ Ντρέξλερ, τον μάνατζερ που οι New York Times αποκάλεσαν «βασιλιά του λιανικού εμπορίου», με αποτέλεσμα η Gap να διευρύνει το brand της, ανοίγοντας τα καταστήματα Baby Gap και Gap Kids και εξαγοράζοντας την Banana Republic. Ο Ντρέξλερ δημιούργησε επίσης τη φθηνότερη αλυσίδα καταστημάτων Old Navy, με αποτέλεσμα η μετοχή της Gap να εκτιναχθεί.
Ωστόσο, έπειτα από 20 χρόνια το «χρυσό άγγιγμα» του Ντρέξλερ ξεθώριασε. Η Gap αντιμετώπισε δυσκολίες και μια θυελλώδης σχέση με τον Ντον Φίσερ οδήγησε στην αποχώρηση του μάνατζερ, ο οποίος, σύμφωνα με τη Wall Street Journal, εξαργύρωσε το ποσοστό του στην Gap για περίπου 350 εκατ. δολάρια.
Παρά τη ραγδαία άνοδο της εταιρείας, η Ντόρις Φίσερ παρέμεινε σταθερή στη διοίκησή της. «Ο μπαμπάς μου βασιζόταν πολύ σε αυτήν για το στυλ και το γούστο της», είχε πει ο μεγαλύτερος γιος της και πρώην πρόεδρος της εταιρείας, Ρόμπερτ Φίσερ, μιλώντας στους New York Times. Η μητέρα του επέμενε, παράλληλα, στις ηθικές αρχές της Gap. «Από την αρχή ήταν σημαντικό για εκείνη να φερόμαστε σε όλους δίκαια».
Παρότι δισεκατομμυριούχος, η Ντόρις Φίσερ επέμενε σε έναν απλό τρόπο ζωής. Οδηγούσε ένα παλιό μοντέλο στέισον βάγκον Buick Roadmaster και φορούσε ρούχα που είχε στην ντουλάπα της για μία δεκαετία. Οπως και ο σύζυγός της, ήταν μια σημαντική συλλέκτρια έργων μοντέρνας τέχνης, ενώ υποστήριζε μέσω δωρεών την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στις ΗΠΑ και τη μόρφωση παιδιών από μη προνομιούχες κοινότητες.

