Το φράγμα του 100% έσπασε το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ, φθάνοντας σε επίπεδα που ήταν άλλοτε αδιανόητα για τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου και απειλώντας να καταρρίψει ένα ρεκόρ που είχε σημειωθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στις 31 Μαρτίου το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ ήταν 31,265 τρισ. δολάρια, ενώ το ΑΕΠ κατά το προηγούμενο έτος ήταν 31,216 τρισ. δολάρια, σημειώνει η Wall Street Journal. Αυτό σημαίνει ότι το χρέος ανήλθε στο 100,2% του ΑΕΠ, από 99,5% που ήταν στις 30 Σεπτεμβρίου, όταν έληξε το τελευταίο οικονομικό έτος. Το ποσοστό αυτό αναμένεται να αυξηθεί στο άμεσο μέλλον, καθώς η ομοσπονδιακή κυβέρνηση παρουσιάζει ιστορικά μεγάλα ελλείμματα, σχεδόν 6% του ΑΕΠ. Η αμερικανική κυβέρνηση δαπανά 1,33 δολάρια για κάθε δολάριο που εισπράττει σε έσοδα και το έλλειμμα του προϋπολογισμού φέτος προβλέπεται να φθάσει στο 1,9 τρισ. δολάρια.
Η εικόνα δεν έχει αλλάξει πολύ από το 2025, καθώς οι μειώσεις φόρων των Ρεπουμπλικανών τίθενται σε ισχύ πριν να εφαρμοστούν οι περικοπές δαπανών τους. Βέβαια, τα τελικά νούμερα θα εξαρτηθούν από τις δαπάνες για τον πόλεμο στο Ιράν, τις επιστροφές δασμών και την πορεία της οικονομίας.
Ο τριψήφιος δείκτης χρέους αποτελεί ένα ισχυρό σύμβολο των δημοσιονομικών πιέσεων που συσσωρεύονται στις ΗΠΑ εδώ και δεκαετίες. Παρότι και τα δύο κόμματα έχουν εκφράσει ανησυχία, στην πράξη δίνουν προτεραιότητα στις μειώσεις φόρων και στις αυξήσεις δαπανών, κινήσεις που αποφέρουν σαφέστερα βραχυπρόθεσμα πολιτικά οφέλη.
Οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι το υψηλότερο ομοσπονδιακό χρέος θα αυξήσει τα επιτόκια, συμπαρασύροντας το κόστος δανείων για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
«Κατευθυνόμαστε προς αχαρτογράφητα εδάφη», δήλωσε ο Μαρκ Γκόλγουεϊν, ανώτερος αντιπρόεδρος της επιτροπής για έναν Υπεύθυνο Ομοσπονδιακό Προϋπολογισμό. «Δεν υπάρχει κάτι μαγικό στο 100% έναντι του 99%, αλλά είναι ένα τρομακτικό σημείο να βρισκόμαστε».
Αν και οι ΗΠΑ οδεύουν προς δείκτες χρέους που θυμίζουν εκείνους της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ελλάδας και της Ιαπωνίας, εντούτοις η δημοσιονομική θέση τους είναι θεμελιωδώς πιο άνετη. Και αυτό γιατί ως η χώρα που ελέγχει το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα και εκδίδει κρατικά ομόλογα που θεωρούνται ασφαλές καταφύγιο για τους επενδυτές, οι ΗΠΑ έχουν μεγαλύτερα περιθώρια δανεισμού.
Αλλά αυτά τα περιθώρια δεν είναι απεριόριστα, τονίζει η WSJ. Οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι, μακροπρόθεσμα, το υψηλότερο ομοσπονδιακό χρέος θα αυξήσει τα επιτόκια, συμπαρασύροντας το κόστος στεγαστικών δανείων, δανείων αυτοκινήτων και πιστωτικών καρτών, και θα υπονομεύσει τις ιδιωτικές επενδύσεις απορροφώντας κεφάλαια.
Σημειώνεται ότι το αμερικανικό χρέος ξεπέρασε για λίγο το 100% του ΑΕΠ κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορωνοϊού το 2020, όταν το ΑΕΠ μειώθηκε προσωρινά και οι κυβερνήσεις όλου του κόσμου κατέφυγαν σε υψηλό δημόσιο δανεισμό για να στηρίξουν τα νοικοκυριά.
Οι ΗΠΑ δεν έχουν κλείσει οικονομικό έτος με χρέος πάνω από 100% του ΑΕΠ από το 1946. Αυτό φαίνεται ότι θα αλλάξει. Σε αντίθεση με το 2020-21, οι παράγοντες που ανεβάζουν το έλλειμμα είναι διαρθρωτικοί, όχι προσωρινοί, και τα επιτόκια είναι υψηλότερα. Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου προβλέπει ότι ο δείκτης θα φθάσει στο 100,6% για το οικονομικό έτος που λήγει στις 30 Σεπτεμβρίου και θα ξεπεράσει το ρεκόρ έως το 2030.

