Ενώ πολιτικοί και οικονομικοί αναλυτές επιχειρούν να εκτιμήσουν τις επιπτώσεις από την αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από τον ΟΠΕΚ, από το παρασκήνιο που οδήγησε σε αυτήν την κίνηση, ένα ιδρυτικό μέλος του διεθνούς καρτέλ πετρελαίου προδίδει πως τα κίνητρα της απόφασής του ήταν τόσο επιχειρηματικά όσο και πολιτικά. Η απόφαση αυτή αναμένεται να αναμοχλεύσει τις διενέξεις ανάμεσα στα Εμιράτα και στη Σαουδική Αραβία, μολονότι οι μεταξύ τους αντιπαλότητες είχαν συγκαλυφθεί επιφανειακά από την κοινή οργή τους για τις επιθέσεις του Ιράν κατά των γειτονικών χωρών του στον Περσικό Κόλπο ως αντίδραση στον πόλεμο εναντίον του από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις παρατηρητών της αγοράς πετρελαίου, βραχυπρόθεσμα η αποχώρηση των Εμιράτων από το καρτέλ τούς δίνει ελευθερία κινήσεων για να προχωρήσουν σε αύξηση της παραγωγής πετρελαίου, καθώς θα απαλλαγούν από τις ποσοστώσεις που τους επέβαλε ουσιαστικά η ντε φάκτο ηγετική δύναμη του ΟΠΕΚ, Σαουδική Αραβία. Ηταν κάτι που τα Εμιράτα είχαν εξετάσει και στο παρελθόν, μιας και οι εντάσεις με το Ριάντ διαρκούν χρόνια.
Τα ΗΑΕ επενδύουν τώρα ιδιαιτέρως στη σχέση τους με την Ουάσιγκτον και στοχεύουν να προχωρήσουν σε αύξηση της παραγωγής πετρελαίου, καθώς θα απαλλαγούν από τις ποσοστώσεις που τους επέβαλλε ο ΟΠΕΚ.
Οι δυνατότητες
Η κρατική πετρελαϊκή των Εμιράτων, Adnoc, υποστηρίζει πως αφ’ ης στιγμής απελευθερωθεί από τις ποσοστώσεις του ΟΠΕΚ θα έχει τη δυνατότητα να αυξήσει την παραγωγή της και από τα 3,4 εκατ. βαρέλια την ημέρα, που παρήγε πριν από τον πόλεμο, να φτάσει έως και στα 5 εκατ. βαρέλια την ημέρα μέσα στο επόμενο έτος. Ο πόλεμος έχει, όμως, πλήξει καίρια τη δυνατότητά της αυτή. Από τη στιγμή που επιβλήθηκε ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ, η παραγωγή των Εμιράτων έχει μειωθεί δραματικά κατά 44%, σε μόλις 1,9 εκατ. βαρέλια την ημέρα, ενώ αμφισβητείται και ο ισχυρισμός της εταιρείας περί δυνατότητάς της να αυξήσει τόσο την παραγωγή. Συνολικά η παραγωγή του ΟΠΕΚ έχει πληγεί εξίσου δραματικά από τον πόλεμο και έχει μειωθεί κατά 7,88 εκατ. βαρέλια την ημέρα, δηλαδή κατά 27%, στα 20,79 εκατ. βαρέλια την ημέρα. Οπως έχουν τονίσει επανειλημμένως παρατηρητές της αγοράς πετρελαίου, πρόκειται για τη μεγαλύτερη πτώση στην προσφορά «μαύρου χρυσού» που έχει γνωρίσει το καρτέλ τις τελευταίες δεκαετίες.
Σύμφωνα με την Εμπτεσάμ αλ Κετμπί, πρόεδρο του Κέντρου Πολιτικής των Εμιράτων, που έχει έδρα στο Ντουμπάι, τα Εμιράτα έλαβαν την ιστορική απόφαση της αποχώρησης με βάση το οικονομικό συμφέρον τους. Οπως τονίζει η ίδια, «στην πράξη τα Εμιράτα επαναπροσδιορίζουν τον ρόλο τους και από απλοί παραγωγοί στο πλαίσιο του καρτέλ μετατρέπονται σε ρυθμιστή της παγκόσμιας παραγωγής, που θα συνδράμει στη σταθερότητα της αγοράς με την ικανότητά τους να δρουν ελεύθερα». Και εξηγεί πως η κίνηση αποδυναμώνει και υπονομεύει την συνοχή του ΟΠΕΚ, αλλά ενισχύει τη θέση των Εμιράτων ως «δρώντος παράγοντος που επηρεάζει τη δυναμική της παγκόσμιας προσφοράς». Αλλοι αναλυτές εκτιμούν ότι στην προσπάθειά τους να απεξαρτηθούν και να κινηθούν προς διαφορετικές κατευθύνσεις, τα Εμιράτα έχουν εξαρτηθεί από την καλή θέληση των ΗΠΑ πολύ περισσότερο από όσο η παραδοσιακή σύμμαχος της Ουάσιγκτον, Σαουδική Αραβία, που τα τελευταία χρόνια έχει κλονιστεί εμφανώς η σχέση της με την υπερδύναμη. Και καθώς η απόσχιση από τον ΟΠΕΚ θεμελιώνει τη θέση των Εμιράτων ως ευνοουμένων του Ντόναλντ Τραμπ, η χώρα ενδέχεται να ωφεληθεί ιδιαιτέρως σε ό,τι αφορά τις επενδύσεις από τις αμερικανικές εταιρείες. Είναι σαφές ότι τα Εμιράτα επενδύουν τώρα ιδιαιτέρως στη σχέση τους με την Ουάσιγκτον.
Οι σχέσεις με Πακιστάν
Στις αρχές Απριλίου, εν τω μεταξύ, τα Εμιράτα απέσυραν 3,5 δισ. δολ., που διατηρούσαν ως καταθέσεις στο Πακιστάν και τα οποία αποτελούσαν το ένα πέμπτο των συναλλαγματικών διαθεσίμων του Πακιστάν, με αποτέλεσμα να καταφύγει η χώρα στην οικονομική στήριξη του Ριάντ. Ηταν αντίδραση στην ουδετερότητα και στον διαμεσολαβητικό ρόλο που έχει τηρήσει έως τώρα το Πακιστάν. Παράλληλα, η στάση των Εμιράτων προς τις χώρες στο Κέρας της Αφρικής έχει διαμορφωθεί με επιχειρηματικά κίνητρα και πάλι τα φέρνει σε αντιπαράθεση με το Ριάντ. Οπως σχολιάζει σχετική ανάλυση του βρετανικού Guardian, η απόσχιση από τον ΟΠΕΚ και η γενικότερη στάση των Εμιράτων αποτελεί εμφανώς πλήγμα στο γόητρο της Σαουδικής Αραβίας και αποδυναμώνει τη δυνατότητα του βασιλείου να επηρεάζει τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου. Παράλληλα, επισημοποιεί πλέον τη θέση των Εμιράτων ως χώρας του Περσικού Κόλπου που πρόσκειται περισσότερο στην Ουάσιγκτον, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένως καταφερθεί εναντίον του ΟΠΕΚ. Προπαντός, όμως, τα Εμιράτα αποχωρούν σε μια συγκυρία που φέρνει στο φως ανάγλυφα τις διχογνωμίες ανάμεσα στις χώρες του Κόλπου σχετικά με το πώς πρέπει να αντιδράσουν στον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν και πώς αυτές οι διχογνωμίες μπορούν να αναδιατάξουν το τοπίο στη Μέση Ανατολή.
Τα Εμιράτα ανακοίνωσαν την απόφασή τους χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια διαβούλευση, ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη στην Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας η συνεδρίαση του Συμβουλίου Συνεργασίας των χωρών του Κόλπου (GCC), του οποίου μέλη είναι τόσο τα Εμιράτα όσο και η Σαουδική Αραβία. Ηταν η πρώτη έκτακτη συνεδρίαση του Συμβουλίου από την αρχή του πολέμου. Τα Εμιράτα, που από όλες τις χώρες του Κόλπου έχουν τις πιο φιλικές σχέσεις με το Ισραήλ και τις πλέον εχθρικές με την Τεχεράνη, ασκούν από την αρχή του πολέμου παρασκηνιακές πιέσεις στη Σαουδική Αραβία και στο Κατάρ καλώντας τις δύο χώρες να εξαπολύσουν κοινές επιθέσεις κατά του Ιράν.
Εν μέρει λόγω της γειτνίασης των δύο χωρών, τα Εμιράτα έχουν υποστεί τα χειρότερα πλήγματα από το Ιράν και έχουν αποκρούσει περισσότερες από 2.200 επιθέσεις από μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους. Μολονότι η Σαουδική Αραβία έχει ενθαρρύνει τις ΗΠΑ στην επίθεσή τους κατά του Ιράν, οι υπόλοιπες χώρες του Κόλπου δεν κατέληξαν τελικά σε συμφωνία για μια κοινή επίθεση, καθώς αποφεύγουν να συνταχθούν με το Ισραήλ.

