Η στεγαστική κρίση στην Ισπανία –μία από τις πιο σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα– μετατρέπεται σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης μεταξύ της Αριστεράς –η οποία κυβερνά σε εθνικό επίπεδο όπως και στην Καταλωνία– και της Δεξιάς, η οποία ελέγχει τη Μαδρίτη και τις περισσότερες από τις υπόλοιπες περιφερειακές κυβερνήσεις.
Την περασμένη εβδομάδα, η σοσιαλιστική κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα εθνικό σχέδιο στέγασης με επενδύσεις ύψους 7 δισ. ευρώ έως το 2030 (με χρηματοδότηση 60%-40% μεταξύ των εθνικών και των περιφερειακών κυβερνήσεων) για τη δημιουργία κατοικιών σε τιμές χαμηλότερες από την αγορά, σχέδιο που έχει επικριθεί ωστόσο έντονα από την αντιπολίτευση. Το νέο σχέδιο τριπλασιάζει τις δημόσιες επενδύσεις στην κοινωνική κατοικία για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, προβλέπει ότι οι επιδοτούμενες κατοικίες δεν θα μπορούν να αποχαρακτηριστούν έπειτα από λίγα χρόνια, ενώ περιλαμβάνει μέτρα στήριξης για νέους ενοικιαστές και αγοραστές. Οι περιφέρειες που κυβερνώνται από το αντιπολιτευόμενο Λαϊκό Κόμμα, με επικεφαλής τη Μαδρίτη, επέκριναν το πλάνο ως παραβίαση των περιφερειακών εξουσιών, οι υποστηρικτές του πάντως επιμένουν πως πρόκειται για απαραίτητη αναδιάρθρωση, ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός.
Τα δύο μεγαλύτερα αστικά κέντρα της Ισπανίας υιοθετούν διαφορετικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης. Η Μαδρίτη ποντάρει σε μεγάλης κλίμακας κατασκευές και χαμηλότερους φόρους, ενώ η Βαρκελώνη βασίζεται πολύ περισσότερο στη ρύθμιση για τον περιορισμό των τιμών, απαγoρεύοντας μεταξύ άλλων τις βραχυπρόθεσμες μισθώσεις.
Η στέγαση έχει γίνει κεντρικό πολιτικό ζήτημα στην Ισπανία, που αντιμετωπίζει επί του παρόντος έλλειμμα περίπου 700.000 κατοικιών, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ισπανίας, έλλειμμα ωστόσο που δεν είναι ισότιμα κατανεμημένο.
Η Μαδρίτη και η Βαρκελώνη επεκτείνονται καθώς οι μετανάστες και οι εγχώριες αφίξεις ενισχύουν την αύξηση του πληθυσμού και τη ζήτηση για στέγαση, ενώ έως και 3,8 εκατομμύρια κατοικίες παραμένουν κενές σε περιοχές με χαμηλή ζήτηση, κυρίως στην ερημωμένη ύπαιθρο. Τόσο η περιφέρεια της Μαδρίτης όσο και η Καταλωνία αναμένεται να αποκτήσουν από 700.000 έως 1 εκατομμύριο επιπλέον κατοίκους μέχρι το 2040, πίεση που αντικατοπτρίζεται στις τιμές, που κυμαίνονται κατά μέσον όρο σε 4.605 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο στη Μαδρίτη και 4.436 ευρώ στη Βαρκελώνη, πολύ πάνω από τον εθνικό μέσο όρο των περίπου 2.000 ευρώ, σύμφωνα με την εταιρεία εκτίμησης ακινήτων Tinsa.
Παρά το διαφορετικό εγχειρίδιο που εφαρμόζουν, η Μαδρίτη και η Βαρκελώνη μοιράζονται ένα κοινό διαρθρωτικό πρόβλημα. «Είναι αναποτελεσματικές στη δημιουργία προσιτής προσφοράς», λέει ο Χάιμε Παλομέρα, ακαδημαϊκός στο Ινστιτούτο Αστικής Ερευνας της Βαρκελώνης. «Ενώ η Μαδρίτη εξετάζει το ενδεχόμενο να χτίσει κάτι αντίστοιχο μιας εντελώς νέας πόλης, η Βαρκελώνη γίνεται πιο ευρωπαϊκή και προστατεύει την προσιτή στέγαση μέσω κανονισμών».
Η Καταλωνία σημειωτέον ήταν η πρώτη περιφέρεια που εφάρμοσε τον ισπανικό νόμο περί στέγασης του 2023, ο οποίος περιορίζει τις αυξήσεις ενοικίων, μια πολιτική που η Μαδρίτη έχει απορρίψει ως αναποτελεσματική. Τα αποτελέσματα μέχρι στιγμής φαίνεται να ευνοούν τη Βαρκελώνη. Είναι η μόνη μεγάλη ισπανική πόλη όπου τα ενοίκια μειώνονται, σημειώνοντας πτώση 1,5% τον Φεβρουάριο σε σύγκριση με ένα χρόνο νωρίτερα, ενώ τα ενοίκια σε εθνικό επίπεδο αυξήθηκαν κατά 7,8%, σύμφωνα με την Idealista.
Το 2024, ο δήμαρχος της Βαρκελώνης ανακοίνωσε ότι η πόλη θα εφαρμόσει την πιο επιθετική πολιτική της Ευρώπης που περιορίζει τις τουριστικές ενοικιάσεις, κάτι που στην Ισπανία συνδέεται ευρέως με πλατφόρμες όπως η Airbnb. Το μειονέκτημα είναι ότι η πρωτεύουσα της Καταλωνίας υστερεί στις κατασκευές, λόγω περιορισμένης έκτασης.
Η Μαδρίτη, αντιθέτως, έχει απορρίψει τους ελέγχους στα ενοίκια και έχει βασιστεί περισσότερο σε υψηλότερους στόχους κατασκευής, αποβλέποντας σε 280.000 έως 300.000 νέες κατοικίες τα επόμενα 15 χρόνια.

