Φανταστείτε να έχετε αγοράσει ένα εισιτήριο τρένου και ενώ περιμένετε ήδη στην πλατφόρμα, το δρομολόγιο να ακυρωθεί. Με τις «υπό όρους πληρωμές», μια καινοτομία που αναμένεται να υιοθετήσει το ψηφιακό ευρώ, τα χρήματα για την πληρωμή του εισιτηρίου σας θα χρεώνονται μόνο εάν το τρένο όντως δρομολογηθεί, αντί να έχετε πληρώσει για το εισιτήριό σας εκ των προτέρων και στη συνέχεια να πρέπει να συμπληρώνετε μακροσκελείς φόρμες για να λάβετε επιστροφή χρημάτων αργότερα, μόλις ακυρωθεί το εισιτήριο.
Το παράδειγμα αυτό χρησιμοποιούν σε άρθρο τους με τίτλο «Ψηφιακό ευρώ: μια ευκαιρία για τις τράπεζες» τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ Πιέρο Τσιπολόνε και Φρανκ Ελντερσον, επιχειρηματολογώντας για τα οφέλη που θα έχει το ψηφιακό ευρωπαϊκό νόμισμα σε επίπεδο καινοτομίας.
Εξίσου σημαντικό θα είναι το όφελος για την αυτονομία της Ευρώπης, ειδικά, όπως επισημαίνουν οι δύο αρθρογράφοι, στο τρέχον γεωπολιτικό περιβάλλον, χαρακτηρίζοντας την επένδυση για το ψηφιακό ευρώ ως «την καλύτερη επένδυση της Ευρώπης στη στρατηγική αυτονομία στις πληρωμές, τη νομισματική κυριαρχία και την κοινωνική συμπερίληψη». Παρομοιάζοντας το ψηφιακό ευρώ με το καλώδιο USB-C που χρησιμοποιούμε για τη φόρτιση των τηλεφώνων μας, εξηγούν ότι προηγουμένως είχαμε ένα μείγμα διαφορετικών καλωδίων, ένα για κάθε συσκευή, δημιουργώντας αναποτελεσματικότητα και περιορισμένη συμβατότητα. Η τυποποιημένη υιοθέτηση του USB-C εισήγαγε μια κοινή, καθολική θύρα και όπως υποστηρίζουν, «το ψηφιακό ευρώ θα παίξει παρόμοιο ρόλο για τις πληρωμές στην Ευρώπη».
Εστιάζοντας την προσοχή στο κόστος, ανάλυση της ΕΚΤ έχει υπολογίσει ότι το συνολικό επενδυτικό κόστος για τις τράπεζες θα μπορούσε να κυμαίνεται από 4 δισ. έως 5,8 δισ. ευρώ ή από 1 δισ. έως 1,44 δισ. ευρώ ετησίως για διάστημα τεσσάρων ετών. Συνολικά, το ετήσιο κόστος σε διάστημα τεσσάρων ετών αντιστοιχεί σε περίπου 3,4% των ετήσιων προϋπολογισμών αναβάθμισης πληροφορικής των σημαντικών τραπεζών.
Δεν θα διατίθεται απευθείας από την ΕΚΤ στους πολίτες, αλλά μέσω τραπεζών και άλλων παρόχων πληρωμών.
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι δύο αρθρογράφοι, το κόστος επένδυσης μπορεί να είναι ακόμη χαμηλότερο στην πραγματικότητα, καθώς η ανάλυση δεν λαμβάνει ακόμη υπόψη τις εσωτερικές συνέργειες εντός των τραπεζών. Στην ανάλυση κόστους οφέλους είναι σημαντικό να συνυπολογιστεί και ο θετικός αντίκτυπος από την υιοθέτηση του ψηφιακού ευρώ, καθώς όπως επισημαίνουν τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, «οι τράπεζες ήδη χάνουν τέλη μέσω διεθνών συστημάτων καρτών. Με τις λύσεις πληρωμών μέσω κινητών τηλεφώνων της μεγάλης τεχνολογίας, οι τράπεζες χάνουν τέλη και δεδομένα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, σημειώνουν ακόμη και ζημίες». Ο κίνδυνος αυτός είναι επίσης ορατός με τα σταθερά κρυπτονομίσματα, καθώς ενδέχεται να χάσουν τέλη, δεδομένα και καταθέσεις λιανικής. Το μοντέλο αποζημίωσης που περιλαμβάνεται στον Κανονισμό για τη δημιουργία του ψηφιακού ευρώ που προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διασφαλίζει ότι οι τράπεζες θα αποζημιώνονται επαρκώς για τις υπηρεσίες που προσφέρουν. Το Ευρωσύστημα δεν θα χρεώνει τέλη συστήματος και επεξεργασίας, μειώνοντας έτσι το συνολικό κόστος για τις τράπεζες και το σύστημα στο σύνολό του.
Οι συντάκτες επιχειρηματολογούν ότι το digital euro δεν έχει σχεδιαστεί για να παρακάμψει τις τράπεζες, αλλά για να λειτουργήσει μέσα από αυτές. Οπως επισημαίνουν, το ψηφιακό ευρώ δεν θα διατίθεται απευθείας από την ΕΚΤ στους πολίτες. Αντίθετα, η πρόσβαση θα γίνεται μέσω τραπεζών και άλλων παρόχων πληρωμών, οι οποίοι θα συνεχίσουν να διαχειρίζονται τη σχέση με τον πελάτη, να προσφέρουν εφαρμογές, πορτοφόλια και υπηρεσίες. Με αυτόν τον τρόπο, η καθημερινή εμπειρία του χρήστη παραμένει στο ίδιο πλαίσιο που ισχύει σήμερα, περιορίζοντας τον κίνδυνο αποδυνάμωσης των τραπεζών.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και σε έναν πιο «τεχνικό» αλλά κρίσιμο φόβο: τον κίνδυνο μεταφοράς καταθέσεων από τις εμπορικές τράπεζες προς ένα ψηφιακό νόμισμα της κεντρικής τράπεζας. Οι αρθρογράφοι υπογραμμίζουν ότι το digital euro σχεδιάζεται με συγκεκριμένα όρια και μηχανισμούς, ώστε να χρησιμοποιείται κυρίως ως μέσο πληρωμών και όχι ως εργαλείο μαζικής αποταμίευσης. Η πρόθεση, όπως διαφαίνεται, είναι να αποφευχθεί ένα σενάριο στο οποίο οι πολίτες θα προτιμούσαν να διακρατούν τα χρήματά τους απευθείας σε «ασφαλείς» λογαριασμούς της κεντρικής τράπεζας, κάτι που θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει τη χρηματοδότηση των τραπεζών.
Παράλληλα, το άρθρο επιχειρεί να διασκεδάσει και έναν πιο πολιτικό φόβο: ότι η ΕΚΤ θα μπορούσε να μετατραπεί σε μια «τράπεζα για όλους», διαχειριζόμενη απευθείας λογαριασμούς πολιτών. Οι συντάκτες τονίζουν ότι κάτι τέτοιο δεν αποτελεί στόχο. Ο ρόλος της κεντρικής τράπεζας παραμένει στο επίπεδο της έκδοσης χρήματος και της παροχής υποδομής, χωρίς να επεκτείνεται στη λιανική τραπεζική δραστηριότητα. Με αυτόν τον τρόπο διατηρείται η διάκριση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

