Συνεχίζεται το σκληρό μπρα ντε φερ της ιταλικής τράπεζας UniCredit με τη γερμανική Commerzbank, σε μια πιθανή συγχώνευση που διχάζει τον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα, καθώς αμφισβητεί το παραδοσιακό γερμανικό τραπεζικό κατεστημένο.
Η δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα της Γερμανίας, μετά την Deutsche Bank, απέρριψε επισήμως τις τελευταίες προτάσεις της UniCredit, χαρακτηρίζοντας την προσέγγιση της ιταλικής τράπεζας «κερδοσκοπική» και «καταστροφική» για τους Γερμανούς μετόχους και τις εταιρείες και κλείνοντας για μία ακόμη φορά –τουλάχιστον σε αυτή τη φάση– τον δρόμο σε ένα από τα πιο πολυσυζητημένα ντιλ διασυνοριακής τραπεζικής ενοποίησης στην Ευρώπη. Ο διευθύνων σύμβουλος της UniCredit Αντρέα Ορσέλ, από την πλευρά του, δήλωσε ότι θα «παγώσει» την πολυετή προσπάθεια εξαγοράς της Commerzbank εάν η πρότασή του δεν του εξασφαλίσει τον έλεγχο της τράπεζας. «Εάν δεν αποκτήσουμε τον έλεγχο, θα κάνουμε μια παύση και θα επικεντρωθούμε σε άλλα θέματα που έχουμε εσωτερικά», τόνισε χθες στο Bloomberg TV αναφερόμενος στην απευθείας πρόταση εξαγοράς της Commerzbank προς τους μετόχους της γερμανικής τράπεζας, ύψους 35 δισ. ευρώ, που θα υποβάλει τον επόμενο μήνα.
Ο Ιταλός τραπεζίτης προσπαθεί να εξαγοράσει την Commerzbank εδώ και τουλάχιστον 18 μήνες, η ηγεσία της γερμανικής τράπεζας ωστόσο με επικεφαλής την CEO Μπετίνα Ορλοπ έχει απορρίψει επανειλημμένως τις προτάσεις του. Οι όποιες πιθανότητες για μια συναινετική συγχώνευση διαλύθηκαν έπειτα από δύο κατ’ ιδίαν συναντήσεις που είχαν ο Ορσέλ και η Ορλοπ τον Μάρτιο.
Κατά τη διάρκεια των συναντήσεων αυτών, η κάθε μία από τις οποίες διήρκεσε πάνω από δύο ώρες, ο CEO της ιταλικής τράπεζας έδειξε ότι ήθελε η Commerzbank να επικεντρωθεί περισσότερο στη Γερμανία και στην Πολωνία, και να περιορίσει τη χορήγηση δανείων σε άλλες περιοχές του κόσμου, κάτι που θεωρούσε επικίνδυνο. Η Γερμανίδα απέρριψε την πρότασή του για κοινές ομάδες εργασίας με σκοπό την επίλυση των διαφορών, φοβούμενη να δώσει πληροφορίες σε έναν ανταγωνιστή που είχε αιφνιδιάσει στο παρελθόν τους μετόχους της τράπεζας, σύμφωνα με το Bloomberg.
Η δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα της Γερμανίας απέρριψε επισήμως τις τελευταίες προτάσεις της UniCredit.
Η UniCredit είναι ήδη ο μεγαλύτερος επενδυτής της και κατέχει προς το παρόν ποσοστό λίγο κάτω από το 30%. Η γερμανική κυβέρνηση, η οποία εξακολουθεί να κατέχει περισσότερο από το 12% της τράπεζας με έδρα τη Φρανκφούρτη και τη θεωρεί κρίσιμο πυλώνα της οικονομίας, αντιτίθεται επίσης σθεναρά σε ενδεχόμενη εξαγορά, με τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς να επαναλαμβάνει τη θέση του τη Δευτέρα. «Ναι, χρειαζόμαστε μεγάλες τράπεζες στην Ευρώπη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε μορφή ή τύπος εξαγοράς είναι ευπρόσδεκτη στη Γερμανία», επισήμανε σε συγκέντρωση του Συνδέσμου Γερμανικών Τραπεζών στο Βερολίνο. Χωρίς να κατονομάσει ρητά την Commerzbank, ξεκαθάρισε ότι η αναφορά του αφορούσε «πρόσφατα γεγονότα».
Ο Ορσέλ από την πλευρά του ευελπιστεί ότι θα ολοκληρώσει τελικά μία από τις μεγαλύτερες εξαγορές στην ιστορία της Ευρώπης, που θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει το χρηματοοικονομικό τοπίο του μπλοκ. Ενας συνδυασμός των δύο τραπεζών θα μετέτρεπε τη UniCredit σε κυρίαρχη δύναμη στη Γερμανία, τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, και ενδεχομένως θα ξεκλείδωνε πληθώρα άλλων συναλλαγών.
Oι υπέρμαχοι της εξαγοράς επιμένουν πως ο στόχος είναι σαφής: να δημιουργηθεί ένας τραπεζικός όμιλος ικανός να ανταγωνιστεί αμερικανικούς κολοσσούς όπως η Goldman Sachs ή η JPMorgan Chase, την ώρα που ο ευρωπαϊκός τραπεζικός τομέας παραμένει κατακερματισμένος: πάρα πολλοί παίκτες, πάρα πολλές εθνικές αγορές και όχι αρκετά μεγάλες τράπεζες ικανές να ανταγωνιστούν αποτελεσματικά στη διεθνή σκηνή.
Μέχρι στιγμής, η «σιδηρά κυρία» της Commerzbank Μπετίνα Ορλοπ έχει καταφέρει να κρατήσει τον Ιταλό CEO σε απόσταση, βοηθούμενη από την ένθερμη υποστήριξη του Βερολίνου. Ωστόσο, με σχεδόν όλα τα κέρδη της Commerzbank να καταβάλλονται πλέον στους επενδυτές και τους ούριους ανέμους από τα υψηλότερα επιτόκια να εξασθενούν, το βασικό ερώτημα είναι για πόσο καιρό ακόμη θα λειτουργήσει η γερμανική άμυνα και τι μπορεί να κάνει η γερμανική κυβέρνηση προκειμένου να αποτρέψει μια συμφωνία.

