Οταν ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο, στις αρχές του περασμένου έτους, υποσχέθηκε πως επιβάλλοντας δασμούς θα θέσει σε άλλη βάση τις σχέσεις της υπερδύναμης με την Κίνα, η οποία, κατά δήλωσή του, «σκοτώνει» τις ΗΠΑ με την εμπορική πολιτική της. Εχει παρέλθει περισσότερο από ένα έτος της δεύτερης θητείας του και οι επιθετικές κινήσεις του δεν έχουν αλλάξει ουσιαστικά την εμπορική πολιτική του Πεκίνου. Φαίνεται, αντιθέτως, να έχει αποτύχει πλήρως η πολιτική της Ουάσιγκτον προς την Κίνα, που έχει, άλλωστε, προκαλέσει σύγχυση σε κυβερνητικά στελέχη και έχει οδηγήσει σε αλληλοσυγκρουόμενες αποφάσεις.
Συνεχείς παλινωδίες της αμερικανικής κυβέρνησης για θέματα που αφορούν κινεζικές εταιρείες τεχνολογίας και τις εξαγωγές μικροτσίπ.
Και καθώς πλησιάζει η επίσκεψη του προέδρου Τραμπ στο Πεκίνο, ο απολογισμός της πολιτικής του προς την Κίνα είναι αρνητικός. Δεν έχει αλλάξει στο ελάχιστο την επιθετική εμπορική πολιτική της Κίνας ούτε έχει επιτύχει τον επαναπατρισμό των βιομηχανιών που αναζήτησαν φθηνά εργατικά χέρια στην Κίνα. Αντιθέτως, ο μεταποιητικός κλάδος των ΗΠΑ έχασε 91.000 θέσεις εργασίας μέσα σε μόνο δέκα μήνες, και συγκεκριμένα από τον Φεβρουάριο έως τον Δεκέμβριο του 2025. Η μοναδική επιτυχία της πολιτικής των δασμών ήταν η μείωση του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ από το διμερές εμπόριο με την Κίνα, καθώς μειώθηκε πράγματι κατά 32% σε σύγκριση με το 2024 και περιορίστηκε το περασμένο έτος στα 202 δισ. δολ.
Οι παλινωδίες της κυβέρνησης Τραμπ στη στάση της προς το Πεκίνο εντυπωσιάζουν τους τελευταίους μήνες. Ανάμεσά τους η απόφαση που έλαβε η Ουάσιγκτον τον Φεβρουάριο να προσθέσει και άλλες κινεζικές εταιρείες τεχνολογίας στη μαύρη λίστα, κατηγορώντας τες ότι συνδέονται με τις ένοπλες δυνάμεις της Κίνας. Μία ώρα αργότερα, όμως, τις απέσυρε εντελώς μυστηριωδώς χωρίς να δώσει ουσιαστικά κάποια εξήγηση. Ομοίως και η απόφαση του Τραμπ να δώσει το πράσινο φως στις εξαγωγές μικροεπεξεργαστών τεχνητής νοημοσύνης στην Κίνα, συγκεκριμένα τους H200 της Nvidia λίγα λεπτά αφότου η κυβέρνησή του είχε τονίσει ότι απειλείται η εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ αν η Κίνα έχει πρόσβαση σε αυτήν την τεχνολογία. Το φθινόπωρο, το αμερικανικό υπουργείο Εμπορίου ανακοίνωσε νέους κανόνες, με τους οποίους διεύρυνε τους ελέγχους στις εξαγωγές αμερικανικές τεχνολογίας σε χιλιάδες θυγατρικές κινεζικών εταιρειών. Δικαιολόγησε την κίνηση, υποστηρίζοντας πως έτσι έκλεισε σημαντικά «παραθυράκια» από τα οποία μπορούσαν οι ξένες εταιρείες να έχουν πρόσβαση σε ευαίσθητες τεχνολογίες. Η Ουάσιγκτον όμως «πάγωσε» το μέτρο, όπως και το σχέδιο για επιβολή προμηθειών σε όσα κινεζικά πλοία θέλουν να έχουν πρόσβαση στα λιμάνια της υπερδύναμης και το οποίο υποτίθεται ότι είχε σχεδιασθεί για να ενισχύσει τα αμερικανικά ναυπηγεία. Τώρα που ο Τραμπ ετοιμάζεται για την προγραμματισμένη για τις 14 και 15 Μαΐου επίσκεψή του στην Κίνα, όπου θα συναντηθεί με τον πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, οι επικριτές του επισημαίνουν πως αυτές οι παλινωδίες και οι αντιφάσεις, σε συνδυασμό με τον αυθαίρετο τρόπο με τον οποίο συνάπτει συμφωνίες, έχουν υπονομεύσει τις ΗΠΑ στην αντιπαλότητά της με το Πεκίνο. Ο Τραμπ εγκαινίασε την προσέγγισή του στην Κίνα για τη δεύτερη θητεία του με μια δραματική εμπορική επίθεση, ανακοινώνοντας δασμούς στα κινεζικά προϊόντα που έφταναν στο 145%. Το Πεκίνο αντέδρασε επιβάλλοντας δικούς του δασμούς. Οι δύο χώρες κατέληξαν τελικά σε μια ασταθή εκεχειρία, όταν η Κίνα απείλησε να κάνει χρήση του σχεδόν παγκόσμιου μονοπωλίου της στις σπάνιες γαίες και να αποκλείσει τις αμερικανικές βιομηχανίες από κάθε πρόσβαση στα αναγκαία αυτά μέταλλα. Ακολούθησε, τον Φεβρουάριο, η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, που ακύρωσε πολλούς από τους δασμούς του Τραμπ εξουδετερώνοντας σε μεγάλο βαθμό τη στρατηγική της Ουάσιγκτον. Οπως σχολίασε σχετικά ο Σκοτ Κένεντι, ειδικός επί θεμάτων Κίνας στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών, «όλη η στρατηγική του είχε επικεντρωθεί στη χρήση των δασμών με σκοπό να εξωθήσει την Κίνα σε μεγάλες υποχωρήσεις, αλλά η προσπάθεια απέτυχε και δεν υπήρχε κανένα Σχέδιο Β».
Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ και ο εκπρόσωπος Εμπορίου Τζέιμισον Γκριρ, που έχουν αναλάβει την πολιτική έναντι της Κίνας, φαίνεται να έχουν μειώσει τις προσδοκίες τους για μια πλήρη αναδιάταξη των εμπορικών σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες. Και μάλλον επιδιώκουν πλέον ένα «εμπόριο υπό διαχείριση». Μιλώντας σε δημοσιογράφους τον περασμένο μήνα, ο κ. Γκριρ δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον θέλει σταθερές σχέσεις με την Κίνα και διευκρίνισε ότι «θέλουμε να είναι πιο ισορροπημένες οι εμπορικές σχέσεις μας και το θέλουμε αυτό για το εμπόριο προϊόντων που δεν άπτονται ευαίσθητων θεμάτων». Εν μέσω όλων αυτών των παλινωδιών και των αντιφάσεων της κυβέρνησης Τραμπ, η Κίνα έχει επωφεληθεί και αυτοπαρουσιάζεται στη διεθνή κοινότητα ως η αξιόπιστη δύναμη.

