Την ώρα που η Ε.Ε. επιχειρεί την αυτονόμησή της σε στρατηγικής σημασίας πρώτες ύλες και βιομηχανίες και με απώτερο στόχο την απεξάρτησή της από τις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, η Κίνα προβάλλει ως πρόθυμος επενδυτής που μπορεί να διευκολύνει το δύσκολο και δαπανηρό εγχείρημα της Γηραιάς Ηπείρου. Η προσφορά των κινεζικών επενδύσεων θέτει, έτσι, τη Γηραιά Ηπειρο ενώπιον αιχμηρού διλήμματος καθώς πρέπει να επιλέξει αν θα δεχτεί τις επενδύσεις της Κίνας που δημιουργούν βιομηχανίες και θέσεις εργασίας, ή θα αποφύγει τον πειρασμό του κινεζικού κεφαλαίου και τον κίνδυνο νέας εξάρτησης και θα καταβάλει μεγαλύτερες και πλέον επίπονες προσπάθειες για να προωθήσει το φιλόδοξο σχέδιο του Made in Europe.
Το ενδιαφέρον της Κίνας για την Ευρώπη έχει ενισχυθεί από τη στιγμή που ο Ντόναλντ Τραμπ ακύρωσε μεγάλο μέρος του προγράμματος IRA, ευρύτερα γνωστού ως «προγράμματος Μπάιντεν», καθώς ήταν επιλογή του προηγούμενου προέδρου των ΗΠΑ και προέβλεπε επιδοτήσεις και δάνεια σε όσες βιομηχανίες θα επένδυαν εντός των ΗΠΑ. Εκτοτε το Πεκίνο έχει εγκρίνει σειρά νέων μονάδων κινεζικών εταιρειών στην Ευρώπη, δεδομένου ότι επιδιώκει να αποφύγει τους δασμούς που επιβάλλει η Ε.Ε. και να διευρύνει τις εφοδιαστικές αλυσίδες των κινεζικών βιομηχανιών. Ετσι οι επενδύσεις της Κίνας στην Ευρώπη έχουν εκτοξευθεί τα τελευταία τρία χρόνια και κυρίως στους τομείς στους οποίους προηγείται η Κίνα, την καθαρή ενέργεια, τα ηλεκτροκίνητα οχήματα και τις μπαταρίες. Σύμφωνα με τον όμιλο Rhodium Group, οι επενδύσεις σε νέες μονάδες στην Ευρώπη έφτασαν πέρυσι σχεδόν στα 12 δισ. δολ. Από την πλευρά της η Κομισιόν επιδιώκει να πείσει τις κινεζικές εταιρείες να επενδύσουν σε θυγατρικές τους εντός Ε.Ε. αλλά σε συνεργασία με εγχώριες εταιρείες στις οποίες θα μεταβιβάσουν τεχνογνωσία, ενώ παράλληλα θα απασχολούν εγχώριο εργατικό δυναμικό το οποίο και θα εκπαιδεύουν. Αντιγράφει εν ολίγοις τις μεθόδους με τις οποίες κατόρθωσε η Κίνα να φτάσει τις τεχνολογίες του δυτικού κόσμου σε λίγες δεκαετίες και πλέον να τις ξεπεράσει.
Το ερώτημα είναι, όμως, αν θα μπορέσει η Ευρώπη να αντιγράψει πραγματικά τις μεθόδους της Κίνας ή τελικά θα εξαρτηθεί περισσότερο από τη δεύτερη οικονομία του κόσμου.
Το δίλημμα της Ευρώπης προσωποποιεί η πάλαι ποτέ μονάδα της βρετανικής βιομηχανίας Bosch στη Ναβάρα της Ισπανίας που έκλεισε πέρυσι καταργώντας 600 θέσεις εργασίας, καθώς δεν μπορούσε να αντέξει τον ανταγωνισμό από τα φτηνά κινεζικά προϊόντα.
Τον περασμένο μήνα η Hithium, μία από τις μεγαλύτερες κινεζικές βιομηχανίες μπαταριών, ανακοίνωσε ότι θα ανοίξει μονάδα αξίας 400 εκατ. ευρώ στη Ναβάρα και πρώτη σε προτεραιότητα έχει θέσει την περιοχή στην οποία βρίσκεται η κλειστή μονάδα της Bosch.
Οι κινεζικές επενδύσεις σε νέες μονάδες στην Ευρώπη έφτασαν πέρυσι σχεδόν στα 12 δισ. δολ.
Οπως σχολιάζει σχετικό δημοσίευμα των Financial Times, η Ισπανία είναι πεπεισμένη ότι χρειάζεται την τεχνογνωσία της κινεζικής βιομηχανίας υψηλής τεχνολογίας για να αντιστρέψει την πορεία προς την αποβιομηχάνιση.
Οι τοπικές αρχές της Ναβάρα προσπαθούσαν επί δύο χρόνια να πείσουν την κινεζική βιομηχανία να επιλέξει την περιοχή τους για τη νέα μονάδα της που υπολογίζεται ότι θα δημιουργήσει 700 θέσεις εργασίας και θα λειτουργεί ως κοινοπραξία είτε με κάποια τοπική επιχείρηση είτε ακόμη και με τις τοπικές αρχές. Επιπλέον, εκτιμάται πως θα υπάρξει ευρύτερο όφελος για την Ε.Ε. καθώς θα είναι η πρώτη μονάδα που θα παράγει μπαταρίες σε ευρωπαϊκό έδαφος και με δεδομένο ότι η Γηραιά Ηπειρος δεν έχει κατορθώσει να φτάσει την τεχνογνωσία της Κίνας στον κλάδο των μπαταριών.
Δεν συμμερίζονται, όμως, την αισιόδοξη άποψη της Ισπανίας όλες οι χώρες-μέλη της Ε.Ε. καθώς πολλές άλλες χώρες ανησυχούν για την αυξανόμενη εξάρτηση της Ευρώπης από την Κίνα, ενώ οι ηγέτες τους προσπαθούν να διασφαλίσουν τη «στρατηγική αυτονομία» της ηπείρου.
Πολιτικοί και αναλυτές επισημαίνουν πως ο αυξανόμενος αριθμός κινεζικών βιομηχανιών σε ευρωπαϊκό έδαφος εγκυμονεί κινδύνους για την Ευρώπη. Ενδεικτική ήταν η ομιλία του Μαρκ Καρνέι, πρωθυπουργού του Καναδά, που από το βήμα του Νταβός τον Ιανουάριο προειδοποίησε πως οι κινεζικές εταιρείες στην Ευρώπη εξελίσσονται σε πηγή εξάρτησης. Παράλληλα ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος γενικά ενδιαφέρεται να προσελκύσει κινεζικές εταιρείες, ήταν αυτός που ηγήθηκε της πρωτοβουλίας για αλλαγή του παραδοσιακού ανοικτού μοντέλου της ευρωπαϊκής οικονομίας και υπέρ της επιβολής αυστηρότερων ελέγχων στις ξένες επενδύσεις προκειμένου να διασφαλίσει ότι αυτές θα είναι προς όφελος της Ευρώπης.
Εξάλλου, τα σχέδια των νέων κινεζικών μονάδων στην Ευρώπη εμπνέουν ανησυχία καθώς προδίδουν την απροθυμία του Πεκίνου να μεταβιβάσει πνευματική ιδιοκτησία στο προσωπικό της Ευρώπης. Η CATL, για παράδειγμα, κατασκευάζει τώρα μονάδα ηλεκτροκίνητων οχημάτων αξίας 4 δισ. ευρώ στην Ισπανία σε συνεργασία με τη Stellantis. Ενώ όμως είχε δηλώσει πως θα εκπαιδεύσει το εγχώριο προσωπικό και θα διευκολύνει τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες μπαταριών, τα εργατικά συνδικάτα αμφιβάλλουν για το κατά πόσον θα το κάνει.

