Βιώνουν, ενίοτε, κλινικά επίπεδα άγχους. Εξαντλούν την καθημερινή τους ενέργεια στη διαχείριση βραχυπρόθεσμων προκλήσεων. Αισθάνονται απειλή από τον οικονομικό διευθυντή της εταιρείας (CFO) και υποτιμούν τη δυσφορία στο προσωπικό.
Διεθνής έρευνα της Boston Consulting Group προσφέρει αξιοσημείωτα ευρήματα για ένα θέμα το οποίο ομολογουμένως δεν έχει ερευνηθεί ιδιαίτερα στην Ελλάδα. Αφορά την κατεύθυνση του μάνατζμεντ αλλά και την ψυχολογία ενός CEO στη διοίκηση από την κορυφή της επιχείρησης.
Αναζητώντας τους παράγοντες που στερούν… τον ύπνο των CEO, μελετήθηκαν οι περιπτώσεις 500 διευθυνόντων συμβούλων που ηγούνται εταιρειών με έσοδα από 100 εκατ. έως και 5 δισ. δολάρια. Τα ευρήματα συνδυάστηκαν με το μοντέλο ασφάλειας εργασίας CEO, το οποίο βασίζεται σε δεδομένα πενταετούς κύκλου εργασιών σε ολόκληρο τον δείκτη S&P 1200.
Περισσότερο από το 70% των CEO αναφέρει υψηλά, ενίοτε κλινικά, επίπεδα στρες.
Δεν δίνουν τη δέουσα σημασία στη δυσαρέσκεια των εργαζομένων, μέχρι τη στιγμή που εγκαταλείπουν το καράβι.
Το 57% αναγνωρίζει ότι τα βραχυπρόθεσμα ζητήματα καταναλώνουν υπερβολικό μερίδιο του χρόνου του μέσα στην ημέρα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη μακροπρόθεσμη στρατηγική της εταιρείας. Οι CEO περιγράφουν τον ρόλο τους ως βαθιά απομονωτικό και αναφέρουν κατά σειρά τους βασικούς παράγοντες πίεσης: στόχοι μεγέθυνσης, λειτουργικά κόστη, προσδοκίες του Διοικητικού Συμβουλίου.
Από όλα τα μέλη της διοικητικής ομάδας βλέπουν τον CFO ως τη μεγαλύτερη απειλή για την ασφάλεια της θέσης τους. Η εγγύτητα του οικονομικού διευθυντή με τα μέλη του Δ.Σ. –τα οποία ενημερώνει τακτικά για την οικονομική απόδοση, τις προβλέψεις, την κατανομή κεφαλαίου και τους κινδύνους– του προσφέρει τη δυνατότητα για επιρροή, η οποία είθισται να προκαλεί ανασφάλεια στον CEO. Η σαφήνεια στην κατανομή των αρμοδιοτήτων θεωρείται εδώ σημαντική παράμετρος για την αλληλεπίδραση των δύο ρόλων.
«Ενας καλός μάνατζερ νοιάζεται πρώτα για τους ανθρώπους της εταιρείας. Εγώ τουλάχιστον έτσι πορεύομαι». Η συγκεκριμένη αναφορά CEO που συμμετείχε στην έρευνα αποτελεί την εξαίρεση, η οποία επιβεβαιώνει τον κανόνα των ευρημάτων: μόλις το 38% εξέφρασε την ιδιαίτερη ανησυχία του για τη δυσφορία στο προσωπικό της επιχείρησης. Το συγκεκριμένο στοιχείο οδήγησε τους μελετητές στην ακόλουθη διαπίστωση: «Ο εφησυχασμός αυτός αποδεδειγμένα ενέχει κινδύνους, εάν οι δυσαρεστημένοι εργαζόμενοι είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν το καράβι μόλις οι συνθήκες της αγοράς εργασίας λειτουργήσουν υπέρ τους. Σύμφωνα με τις μετρήσεις του αντίστοιχου μοντέλου μας, μια πτώση 10% στην καθαρή είσοδο εργαζομένων αυξάνει την πιθανότητα αποχώρησης ενός CEO κατά 12% (…) Συμβουλευτείτε έναν βετεράνο της εταιρείας, κατά προτίμηση με χαμηλό εγώ και με προφίλ το οποίο εμπνέει σεβασμό, που μπορεί να σας πει πώς ακριβώς αισθάνεται το προσωπικό σας. Συνήθως αυτοί οι άνθρωποι τα έχουν δει όλα και μπορούν να χρησιμεύσουν ως ένα είδος αντιπροσώπου των υπαλλήλων».
Σε μεγάλο βαθμό οι CEO αντιλαμβάνονται τον φόρτο εργασίας τους ως μη βιώσιμο, μιλώντας για συνθήκες burnout – στοιχείο το οποίο προφανώς επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα της λήψης αποφάσεων. «Ενα ήρεμο μυαλό παίρνει καλύτερες στρατηγικές αποφάσεις. Βρείτε ισορροπία εκτός εργασίας, καθώς και εντός των τειχών του γραφείου. Χωρίς την υγεία σας, η δουλειά είναι άνευ νοήματος. Δημιουργήστε ένα σύστημα υποστήριξης», συνιστούν οι συντάκτες της μελέτης. Σημειωτέον, για περισσότερο από το 25% των ερωτηθέντων δεν είναι βέβαιο εάν οι κινήσεις στις οποίες προβαίνουν σήμερα θα διασφαλίσουν τη μακροπρόθεσμη κληρονομιά τους στην εταιρεία.
Σε ό,τι αφορά τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, δεν κατατάσσεται ανάμεσα στους πέντε κορυφαίους παράγοντες άγχους, γεγονός που υποδηλώνει ότι σε αυτή τη φάση οι CEO τη βλέπουν περισσότερο ως ευκαιρία και λιγότερο ως παράγοντα καθημερινής πίεσης. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι κάθε ανακοίνωση που αφορά την ανάπτυξη ΑΙ στη λειτουργία της εταιρείας θεωρητικά αυξάνει τις προσδοκίες της αγοράς, στρέφοντας τα βλέμματα στην επίτευξη μετρήσιμων αποτελεσμάτων.

