Ο Χάρι Γκούο έχτισε μια ζωή που στην Κίνα θεωρείται συνώνυμο της επιτυχίας. Γεννημένος το 1971, ενηλικιώθηκε στη δεκαετία του 1990, όταν η χώρα του προχωρούσε με τις οικονομικές της μεταρρυθμίσεις. Εμαθε μόνος του πληροφορική και κατάφερε να βρει τον δρόμο του σε πολυεθνικές και ύστερα σε κινεζικούς κολοσσούς του Ιντερνετ. Μέχρι περίπου τα 45 του είχε πλέον εδραιωθεί στη μεσαία τάξη. Με τη σύζυγό του αποπλήρωσαν πρόωρα δύο στεγαστικά δάνεια και έστειλαν την κόρη τους σε λύκειο και πανεπιστήμιο στον Καναδά. Υστερα, απολύθηκε. Πλέον, στα 55 του, είναι άνεργος εδώ και τουλάχιστον δύο χρόνια και όχι επειδή δεν προσπάθησε να βρει δουλειά. Το σούπερ μάρκετ κοντά στο διαμέρισμά του στο Πεκίνο δεν προσλαμβάνει ταμίες άνω των 50 ετών. Γνωστός του που έχει μία μικρή επιχείρηση του είπε, με αμηχανία, ότι σε αυτή την ηλικία δεν μπορεί να τον προσλάβει κανείς.
Ανθρωποι σαν τον κ. Γκούο αισθάνονται σαν να είχαν μια συμφωνία με το σύστημα: σκληρή δουλειά, χωρίς κριτική κατά της κυβέρνησης, και η ζωή θα γίνει καλύτερη. Στα χρόνια της ακμής τους, όταν η οικονομία της Κίνας αναπτυσσόταν με διψήφιο ρυθμό, οι επαγγελματικές ευκαιρίες ήταν άφθονες και οι πολυεθνικές και κινεζικές επιχειρήσεις ανταγωνίζονταν για ταλέντα. Μία αλλαγή θέσης μπορεί να σήμαινε και αύξηση 30%. Τότε, πολλοί Κινέζοι ήταν οι πρώτοι στην οικογένειά τους που θα πήγαιναν στο πανεπιστήμιο και θα αποκτούσαν διαμερίσματα.
Το κινεζικό όνειρο, όπως και το αμερικανικό, ήταν η προσδοκία ότι όσοι δούλευαν σκληρά θα είχαν καλύτερη ζωή από τους γονείς τους και ότι τα παιδιά τους θα είχαν καλύτερη ζωή από τους ίδιους.
Τώρα, αυτό το όνειρο καταρρέει. Υπάρχει μικρό περιθώριο ανέλιξης και μεγάλα βαρίδια. Η αγορά στέγης βρέθηκε σε απότομη ύφεση. Οι ιδιωτικές επενδύσεις επιβραδύνθηκαν. Οι πολυεθνικές έκλεισαν ή περιορίστηκαν. Από την πανδημία, οι απολύσεις επεκτάθηκαν στην τεχνολογία, στα media, στην εκπαίδευση και στις βιομηχανίες που σχετίζονται με τα ακίνητα, παρότι ο επίσημος ρυθμός ανεργίας στις κινεζικές πόλεις κυμαίνεται επί χρόνια κοντά στο 5%.
Σε πολλές πόλεις της Κίνας, επαγγελματίες που βρίσκονται στα μέσα της καριέρας τους και «καβάλησαν» το κύμα της εκρηκτικής δυναμικής κατά την εποχή των μεταρρυθμίσεων, συνειδητοποιούν ότι η αγορά εργασίας δεν τους χρειάζεται ιδιαίτερα πια. Είναι πολύ μεγάλοι για μια οικονομία που εκτιμά τα νιάτα, πολύ ακριβοί για εταιρείες που πιέζονται και με πολλές οικονομικές δεσμεύσεις –δάνεια, δίδακτρα, γονείς που γερνούν– ώστε να σταματήσουν να δουλεύουν.
Ο κ. Γκούο αναφέρθηκε σε ένα γνωστό meme: «Στα 40 είσαι επαγγελματικά νεκρός. Περιμένεις απλώς να σε θάψουν». Στα 55 του, αισθάνεται ότι τον έχουν ήδη θάψει.
Οι ηλικιακές διακρίσεις είναι τόσο συνηθισμένες που έχουν ειδικό όρο: Η κατάρα των 35, μία ευρέως αποδεκτή πεποίθηση ότι οι εργαζόμενοι γραφείου μετατρέπονται σε βάρος αντί για πλεονέκτημα όταν περάσουν αυτό το ηλικιακό όριο. Παρότι ο κινεζικός νόμος έχει γενικές απαγορεύσεις εναντίον τέτοιων διακρίσεων, δεν ορίζει ξεκάθαρες προστασίες για τους εργαζομένους που τις υφίστανται. Χαρακτηριστική ήταν η πρόσφατη ανάρτηση της εταιρείας στελέχωσης Chongqing στο WeChat: Θέση εξυπηρέτησης πελατών για άτομα κάτω των 30, τηλεφωνική εξυπηρέτηση σε τράπεζα κάτω των 35, σε μονάδα ημιαγωγών κάτω των 30, διαλογή σε εργοστάσιο κάτω των 45.
Οι τεχνολογικές εταιρείες της Κίνας στρέφονται κατά κύριο λόγο προς νεότερους υπαλλήλους. Σύμφωνα με στοιχεία του 2021 από την πλατφόρμα Maimai, η μέση ηλικία εργαζομένων στην ByteDance, τη μητρική της TikTok, ήταν 27 ετών. Στην Alibaba και τη Huawei ήταν 31 ετών. Αντιθέτως, σε μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες των ΗΠΑ, η μέση ηλικία, σύμφωνα με σχετική ανάλυση, ήταν 37 ετών.
Οσο για τον κ. Γκούο, έχει πλέον συμφιλιωθεί με την κατάστασή του. «Δεν έχει να κάνει με εμένα προσωπικά», είπε. «Είναι σαν την Πολιτιστική Επανάσταση ή τις μαζικές απολύσεις στις κρατικές επιχειρήσεις τη δεκαετία του ’90. Είναι ένας κύκλος στην ιστορία. Απλώς έτυχε να έρθει η σειρά μας», επισήμανε.

