Η Ρωσία αποφάσισε να αποσύρει τη μήνυσή της κατά της Bank of New York Mellon και το αίτημά της για αποζημίωση ύψους 22,5 δισ. δολαρίων, καθώς η αμερικανική τράπεζα δέχθηκε να καταβάλει 14 εκατ. δολάρια ως δικαστικά έξοδα και να διευθετήσει διένεξη σχετική με ξέπλυμα χρήματος στην οποία είχε εμπλακεί υψηλόβαθμο στέλεχός της. Η υπόθεση ανάγεται στη δεκαετία του 1990 και σχετίζεται με παλαιότερο στέλεχος της Bank of New York, την πρώην αντιπρόεδρο Λούσι Εντουαρντς και τον σύζυγό της, που διευκόλυναν τη μεταφορά 7 δισ. δολαρίων εκτός Ρωσίας μέσω λογαριασμών της αμερικανικής τράπεζας. Το θέμα κατέληξε στα δικαστήρια το 2007 με πρωτοβουλία των ρωσικών τελωνειακών αρχών, με τη Ρωσία να διεκδικεί διαφυγόντα φορολογικά έσοδα από τα ποσά που μεταφέρθηκαν.
Σε ό,τι αφορά την Bank of New York, που στη συνέχεια συγχωνεύθηκε με τη Mellon, ουδέποτε της απαγγέλθηκαν κατηγορίες στις ΗΠΑ, όπου και κατέληξε σε εξώδικη συμφωνία με τις ομοσπονδιακές αρχές το 2005. Στη Ρωσία, όμως, προσέφυγαν κατά της Bank of New York δικηγόροι από το Μαϊάμι, που ανέλαβαν την υπόθεση επικαλούμενοι την αμερικανική νομοθεσία κατά του οργανωμένου εγκλήματος. Αυτή δίνει στον ενάγοντα το δικαίωμα να διεκδικήσει αποζημίωση τριπλάσια του ποσού των διαφυγόντων εσόδων. Ο σχετικός νόμος δεν είχε ποτέ ώς τώρα τελεσφορήσει σε ξένο δικαστήριο και η επίκλησή του είχε προκαλέσει αμφισβητήσεις από πλευράς νομικών. Σημειωτέον ότι η ομάδα νομικών που ανέλαβε την υπόθεση είχε συμφωνήσει να ανταμειφθεί με το 29% της αποζημίωσης.
Η αμερικανική τράπεζα εξέφρασε την ικανοποίησή της για την επίτευξη συμφωνίας, με την οποία όχι μόνον παρέχονται 14 εκατ. δολάρια ως αποζημίωση, αλλά ανοίγει πίστωση για τις ρωσικές τράπεζες με πιστωτικό σύνολο ύψους 4 δισ. δολαρίων για πέντε χρόνια. Στη σχετική ανακοίνωση της Bank of New York Mellon τονίζεται πως οι όροι και οι προϋποθέσεις για την τήρηση της συμφωνίας θα συζητηθούν περαιτέρω σε διμερείς συζητήσεις, ενώ σε ό,τι αφορά τα επιτόκια για τον δανεισμό προς τις ρωσικές τράπεζες, σημειώνεται ότι θα είναι «λογικά, στα επίπεδα της αγοράς». Κι ενώ οι ρωσικές αρχές αποδίδουν τη συμφωνία στην «παρακολούθηση που ασκεί η Ρωσία στις διεθνείς χρηματαγορές», διπλωματικές πηγές αποδίδουν τη θετική έκβαση της υπόθεσης στη βελτίωση που έχει επέλθει το τελευταίο διάστημα στις διμερείς σχέσεις Ρωσίας – ΗΠΑ, μετά μάλιστα και την απόφαση του Αμερικανού προέδρου να ακυρώσει την εγκατάσταση της αντιπυραυλικής ασπίδας στην ανατολική Ευρώπη.

