Διάσταση απόψεων διαπιστώνεται στους κόλπους της ρωσικής κυβέρνησης για το αν θα πρέπει ή όχι να επενδυθεί μέρος των κεφαλαίων του Πετρελαϊκού Ταμείου της χώρας στην εγχώρια αγορά, πιθανότητα που θα συνέτεινε… ασφαλώς στην άνοδο της χρηματιστηριακής αξίας των ελεγχόμενων από το Δημόσιο εταιρειών. Η συνολική αξία των κεφαλαίων του εν λόγω Ταμείου ανέρχεται στα 113,7 δισ. δολάρια και όπως ανακοίνωσε αυτήν την εβδομάδα ο υπουργός Οικονομικών της χώρας, Αλεξέι Κουντρίν, η κυβέρνηση δεν προτίθεται να διαθέσει χρήματα για να τονώσει τις μετοχές συγκεκριμένων εταιρειών. Ωστόσο, μία ημέρα νωρίτερα, ο πρόεδρος Πούτιν είχε ζητήσει από το υπουργικό συμβούλιο να μελετήσει την πιθανότητα στήριξης του ρωσικού χρηματιστηρίου, με τη διάθεση κεφαλαίων του Δημοσίου.
Ο γενικός χρηματιστηριακός δείκτης της μοσχοβίτικης αγοράς, Micex Stock Index, σημειώνει απώλειες της τάξεως του 2,8% από τις αρχές του έτους, έχοντας κλείσει κάθε χρόνο μετά από το 2000 με σημαντικά κέρδη. Η υποχώρησή του φέτος σημειώνεται ενώ εξελίσσονται ράλι στην πλειονότητα των υπολοίπων χρηματιστηριακών αγορών του κόσμου, αναπτυγμένων ή αναπτυσσόμενων. Ο Micex έκλεισε το 2006 με ετήσια κέρδη της τάξεως του 68%.
Χαρακτηριστικά του προβληματισμού που έχει δημιουργηθεί στη Μόσχα είναι τα παραδείγματα κολοσσών, ελεγχόμενων από το Δημόσιο, όπως της ΟΑΟ Transneft, της εταιρεία των πετρελαϊκών αγωγών, της οποίας η χρηματιστηριακή αξία υποχωρεί από τις αρχές του έτους φέτος κατά 22%. Πτώση της τάξης του 18% πραγματοποιεί το ίδιο διάστημα η τιμή της μετοχής της Gazprom, της μεγαλύτερης στον κόσμο παραγωγού φυσικού αερίου, ενώ εκείνη της Rosneft υποχωρεί επίσης κατά 13%.
Το θέμα που έχει δημιουργηθεί στη Ρωσία δεν είναι μοναδικό. Αλλες κυβερνήσεις πετρελαιοεξαγωγικών κρατών, όπως του Καζαχστάν, ή χωρών με ραγδαία ανάπτυξη, όπως της Κίνας, αναζητούν τρόπους επένδυσης της τεράστιας ρευστότητας που έχουν συσσωρεύσει, χωρίς όμως να δημιουργηθούν φούσκες τιμών σε διάφορες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων, που θα ήταν καταστροφικές για τις εθνικές οικονομίες τους σε βάθος χρόνου. Η Ρωσία, για παράδειγμα, επενδύει προς το παρόν σε κεφάλαια από το αποκαλούμενο Σταθεροποιητικό Κεφάλαιο, ήτοι το ταμείο των κερδών της από την πώληση πετρελαίου, σε διεθνή ομόλογα. Απαγορεύεται όμως να επενδύονται τα κεφάλαια αυτά σε ρωσικές μετοχές ή σε ομόλογα του Ρωσικού Δημοσίου.
Οπως δηλώνει στο πρακτορείο Bloomberg ο Κρις Γουίφερ, ανώτατο στέλεχος της Alfa Bank στη Μόσχα, «υπάρχει μία ομάδα στην κυβέρνηση, στην οποία περιλαμβάνεται και ο υπουργός των Οικονομικών, που πιέζει για λιγότερο κρατικό έλεγχο και για μία περισσότερο κλασικά ανοικτή διαχείριση της οικονομίας. Υπάρχει όμως και μία άλλη ομάδα, που είναι γνωστή με την ονομασία σιλοβίκι, η οποία προωθεί μία περισσότερο κρατικιστική αντίληψη…».
Μιλώντας σε συνέδριο επενδυτών που πραγματοποιήθηκε προσφάτως στη Μόσχα, ο κ. Κουντρίν υποστήριξε ότι η χρήση δημοσίων κεφαλαίων για την ενίσχυση της χρηματιστηριακής αγοράς θα αποτελούσε αρνητική εξέλιξη. Ωστόσο, ο ίδιος άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο να επενδυθούν μελλοντικά κεφάλαια από τα δημόσια συνταξιοδοτικά Ταμεία σε μετοχές. Οπως διευκρίνισε αυτήν την εβδομάδα ο οικονομικός σύμβουλος του κ. Πούτιν, μετά τις προαναφερόμενες δηλώσεις του τελευταίου, στις προθέσεις του Ρώσου προέδρου είναι μάλλον να επιτραπούν οι επενδύσεις σε ρωσικές μετοχές και ρωσικά ομόλογα από το αποκαλούμενο Εθνικό Κεφάλαιο Ευημερίας, το οποίο θα δημιουργηθεί αντλώντας χρήματα από το Κεφάλαιο Σταθεροποίησης, στο οποίο έχει αρχίσει να συσσωρεύεται τεράστια ρευστότητα. Ο Αρκάντι Ντβορκόβιτς υποστήριξε ειδικότερα ότι περισσότερα κεφάλαια θα επενδυθούν κατά πάσα πιθανότητα μελλοντικά σε ομόλογα του Ρωσικού Δημοσίου και λιγότερα σε ρωσικές μετοχές.
Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι πρόεδρος Πούτιν υιοθετεί την ιδέα της επένδυσης δημοσίων κεφαλαίων σε ρωσικές μετοχές, έτσι ώστε να αποφευχθεί η πτώση του σε τόσο χαμηλές τιμές ώστε να αποτελέσουν εύκολο στόχο εξαγοράς ξένων επενδυτών. Οπως παρατηρούν οι ίδιες πηγές, εάν οι εν λόγω μετοχές φθηνύνουν σημαντικά, τότε ξένες εταιρείες επενδύσεων ιδιωτικών κεφαλαίων αλλά και τα αποκαλούμενα Funds θα αποκτήσουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για αυτές. Οι εν λόγω ξένοι επενδυτές υα μπορούσαν να διεκδικήσουν ακόμη και θέσεις στα διοικητικά συμβούλιά τους και να επιδιώξουν την αναδιάρθρωσή τους, με πιθανότητα να χαθεί ο έλεγχος από το δημόσιο που σήμερα τις διοικεί. Δημόσια ρωσικά κεφάλαια επενδύονται ήδη σε διεθνή αξιόγραφα μέσω του Ταμείου Σταθεροποίησης, το οποίο ιδρύθηκε το 2004. Σε αυτό τοποθετούνται κεφάλαια από τα υπερκέρδη που αντλεί η χώρα, λόγω των υψηλών τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου στις διεθνείς αγορές. Αποκαλείται Ταμείο Σταθεροποίησης, διότι τα κεφάλαια του δρομολογούνται για να χρησιμοποιηθούν σε δύσκολες εποχές, δηλαδή σε περίπτωση ραγδαίας υποχώρησης των τιμών της ενέργειας στο μέλλον.
Υπάρχουν όμως και παραδείγματα προς αποφυγήν. Χαρακτηριστικό είναι αυτό του πρίγκιπα Αλουαλίντ Μπιν Ταλάλ της Σαουδικής Αραβίας, ο οποίος ανακοίνωσε στις αρχές του έτους ότι θα ενισχύσει τη χρηματιστηριακή αξία τεσσάρων κρατικών εταιρειών με 1,3 δισ. δολάρια. Εκτοτε, ο δείκτης Tadawul του εθνικού χρηματιστηρίου της χώρας υποχωρεί κατά 2,4% έχοντας υποστεί πτώση πέρυσι της τάξης του 53%.

