Η διμερής κρίση Ρωσίας-Λευκορωσίας, απόρροια της πρόσφατης «εύθραυστης» συμφωνίας γύρω από την τιμή του φυσικού αερίου, είχε ως αποτέλεσμα η Μόσχα να προχωρήσει στο κλείσιμο της στρόφιγγας πετρελαίου και μάλιστα χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση. (Συνήθως η τακτική κίνηση ενεργειακής πίεσης διαρκεί 4-5 ημέρες).
Η Λευκορωσία παρακρατούσε πετρέλαιο που κατευθύνεται προς την ευρωπαϊκή αγορά, εκβιάζοντας τη Ρωσία με μοχλό πίεσης τους Ευρωπαίους καταναλωτές. Είναι εμφανές πως απολυταρχικά καθεστώτα, τύπου Λουκασένκο όταν αισθανθούν ότι χάνουν το έδαφος, προβαίνουν σε κινήσεις αντιπερισπασμού που δεν συνάδουν απαραίτητα με τα συμφέροντά τους, όμως λειτουργούν συσπειρωτικά για τον λαό. Ο «καλομαθημένος» μέχρι πρότινος Λουκασένκο αισθάνθηκε ότι υπονομεύεται από τον στενότερο σύμμαχό του στη διεθνή σκηνή -τη Ρωσία- και ως εκ τούτου, αναγκάστηκε να παίξει σκληρά προκειμένου να μην απεμπολήσει τα ερείσματά του στην κοινωνία.
Η στάση, όμως, του συνήθως φλεγματικού Πούτιν εγείρει ένα εύλογο ερώτημα. Ποιο είναι το διακύβευμα στη διαμάχη Μόσχας-Μινσκ, ώστε να θέσει για μια ακόμη φορά σε κίνδυνο την αξιοπιστία της χώρας του ως βασικού προμηθευτή της Ευρώπης; Πολύ περισσότερο από τη στιγμή που η σημασία του ζητήματος έχει ξεφύγει από το στενό διμερές πλαίσιο και έχει διεθνοποιηθεί; Σε επίπεδο συμβολισμού η Ρωσία επιθυμεί να καταστήσει σαφές προς πάσα κατεύθυνση πως έχει το πάνω χέρι. Σε οικονομικό επίπεδο να προστατεύσει τα συμφέροντα των εταιρειών της. Σε πολιτικό επίπεδο να στριμώξει τον Λευκορώσο πρόεδρο σε σημείο που να είναι αναγκασμένος να ενδίδει στις κατά καιρούς απαιτήσεις της.
Επί της ουσίας, παρατηρούμε πως η Μόσχα εκμεταλλεύεται στο έπακρο τα συγκυριακά της πλεονεκτήματα (απομόνωση πλουτοπαραγωγικού Ιράν, αυξανόμενη εξάρτηση Ευρώπης, υψηλές τιμές πετρελαίου, απροθυμία ή αδυναμία αναζήτησης εναλλακτικών πηγών ενέργειας, κ.ά.) προκειμένου να εδραιώσει τις θέσεις της έναντι της Δύσης. Μάλιστα, φαίνεται να δίνει νέα διάσταση στον ρόλο της ενέργειας, αφού εκτός από μέσον πολιτικού εξαναγκασμού, αναμένεται να αποτελέσει στο μέλλον και εργαλείο «βελούδινης» αλλαγής καθεστώτων εντός του μετασοβιετικού χώρου.
Η Ε.Ε., από την άλλη, πρέπει να συνειδητοποιήσει πως παρά το ότι η τροφοδοσία της ηπείρου μας δεν τίθεται σε κίνδυνο -σε αυτό συνηγορούν τα υπάρχοντα αποθέματα και ο ήπιος χειμώνας- δεν μπορεί η εκάστοτε διαφωνία μεταξύ των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών να έχει σε εμάς τέτοιο αντίκτυπο -έστω και ψυχολογικό- που μπορεί να εξελιχθεί, υπό προϋποθέσεις, σε εφιάλτη (π.χ. αύξηση των ήδη υψηλών τιμών). Μη διαφεύγει, ωστόσο, της προσοχής μας πως η Ευρώπη αποτελεί μακράν τον πιο καλοπληρωτή πελάτη της Ρωσίας, καθώς επίσης πως η Μόσχα εξαρτάται σε τεράστιο βαθμό από την Ευρώπη για τις εξαγωγές φυσικού αερίου. Δυστυχώς, αυτά τα στοιχεία, που προσδίδουν στην Ε.Ε. ισχυρό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα, δεν αξιοποιούνται λόγω της απουσίας ενιαίας, συνεκτικής και σαφούς πολιτικής απέναντι στη Ρωσία.
Η εντεινόμενη ενεργειακή αλληλεξάρτηση Μόσχας-Βρυξελλών και η ανάγκη εξασφάλισης της βιωσιμότητας των εκατέρωθεν πολυδάπανων επενδύσεων (ανεξάρτητα από τις παράλληλες κινήσεις της Ε.Ε.) δημιουργούν, πάντως, τις προϋποθέσεις ώστε να ομαλοποιηθούν και οι πολιτικές σχέσεις με στόχο να αποκτήσουν μακροχρόνια προοπτική, καθιστάμενες περισσότερο προβλέψιμες.
* O καθηγητής Κωνσταντίνος Φίλης είναι επικεφαλής του Κέντρου Ρωσίας & Ευρασίας του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων, Πάντειο Πανεπιστήμιο.

