«Αρωμα Ουκρανίας» στις χθεσινές εξελίξεις μεταξύ Ρωσίας και Γεωργίας. Η Gazprom απείλησε με υπερδιπλασιασμό των τιμών του φυσικού αερίου που πωλεί στην Τιφλίδα από το 2007, με αξιωματούχο του ρωσικού κολοσσού να δηλώνει απλώς ότι «αυτή είναι η πρότασή μας, για την οποία δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία».
Η πρόταση έγινε μετά την προχθεσινή, αποτυχημένη απόπειρα εκτόνωσης της κρίσης στις σχέσεις των δύο πλευρών, με συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών τους, στην πρώτη υψηλού επιπέδου επαφή από τα τέλη Σεπτεμβρίου, όταν η κυβέρνηση της Γεωργίας απέλασε τέσσερις Ρώσους αξιωματικούς με την κατηγορία της κατασκοπείας. Βαθιά διάσταση προκαλούν οι φιλοδοξίες της τελευταίας να έλθει πιο κοντά στη Δύση, διεκδικώντας ένταξη στο ΝΑΤΟ και στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ενωση. Ο Γεωργιανός υπουργός Εξωτερικών, Γκέλα Μπεζουασβίλι, δήλωσε ότι δεν εξεπλάγη για την επιθυμία της Ρωσίας να αυξήσει τις τιμές, κάλεσε όμως τη Μόσχα να μεριμνήσει ώστε να μη δημιουργηθούν προβλήματα στον εφοδιασμό της Γεωργίας τον χειμώνα. «Ελαβα σχετικές διαβεβαιώσεις από τη ρωσική πλευρά», τόνισε, εκφράζοντας την ελπίδα η αύξηση να οφείλεται «σε εμπορικούς και όχι τόσο σε πολιτικούς λόγους».
Αξιωματούχος της Gazprom αποκάλυψε ότι η εταιρεία επιδιώκει αύξηση των τιμών από 110 σε 230 δολάρια τα 1.000 κυβικά μέτρα. Αν υπάρξει συμφωνία, τότε η φτωχή Γεωργία θα υποχρεωθεί να πληρώνει για το ρωσικό φυσικό αέριο που εισάγει τις ίδιες τιμές με τα πλουσιότερα κράτη της Ευρώπης. Η χώρα καταναλώνει περί τα 2 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου ετησίως, εκ των οποίων η Gazprom της προμηθεύει το 1,5 δισ. κυβικά μέτρα. Ας σημειωθεί, δε, ότι οι τιμές που προτείνει η Μόσχα είναι κατά 100 δολάρια τα 1.000 κυβικά μέτρα υψηλότερες από εκείνες που πληρώνει σήμερα η Ουκρανία -χώρα της οποίας η περυσινή διένεξη με τη Ρωσία για τις τιμές παραμένει νωπή στη μνήμη των Ευρωπαίων, που υπέστησαν την πρώτη διακοπή προσφοράς ρωσικού φυσικού αερίου έπειτα από 40 χρόνια.
Αυτόν τον χειμώνα, όμως, ίσως είναι η σειρά των Βαλκανίων να υποστούν κρίση, αυτή τη φορά λόγω των σχεδίων της Βουλγαρίας να μειώσει τις εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας από τις αρχές του 2007. Το κλείσιμο των δύο «υπέργηρων» πυρηνικών αντιδραστήρων της στο Κοζλοντούι, στις 31 Δεκεμβρίου, προϋπόθεση για την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ενωση την 1η Ιανουαρίου, απειλεί την ασφάλεια της ενεργειακής προσφοράς στα Βαλκάνια, των οποίων η Βουλγαρία είναι η υπ’ αριθμόν 1 εξαγωγός ηλεκτρικής ενέργειας. Ο Λιούμπομιρ Βέλκοφ, διευθύνων σύμβουλος της δημόσιας επιχείρησης ηλεκτρισμού της Βουλγαρίας, ΝΕΚ, προειδοποίησε χθες ότι «η ηλεκτρική ενέργεια που θα μπορεί να παράγει η χώρα θα διοχετεύεται κυρίως στην εγχώρια αγορά», κάτι που σημαίνει πως «σε ορισμένες περιόδους δεν θα απομένει τίποτα για εξαγωγές». Ο υπουργός Οικονομίας και Ενέργειας, Ρούμεν Οβτσάροφ, επιβεβαίωσε την προειδοποίηση, επιρρίπτοντας μάλιστα την ευθύνη στην επιμονή της Ε.Ε. για το κλείσιμο των δύο μονάδων. Σύμφωνα με τον υπουργό, η Βουλγαρία καλύπτει το 50-100% του ελλείμματος ενέργειας των βαλκανικών χωρών που την εισάγουν.
Σε μια προσπάθεια αναπλήρωσης του κενού από το κλείσιμο των αντιδραστήρων του Κοζλοντούι, η Σόφια έχει δρομολογήσει φιλόδοξο σχέδιο κατασκευής νέου πυρηνικού σταθμού στο λιμάνι Μπέλενε του Δούναβη. Η ρωσική Atomstroyexport επελέγη αυτήν την εβδομάδα για την κατασκευή των δύο μονάδων 1.000 μεγαβάτ. Το έργο, από κοινού με την κατασκευή εργοστασίου στην κεντρική Βουλγαρία από την αμερικανική UES, χαιρετίσθηκε ως ευκαιρία για τη διατήρηση της θέσης της χώρας ως ενεργειακού κόμβου στην περιφέρεια.

