Νέα τροπή παίρνουν οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, μετά την απειλή της Μόσχας, αυτή την εβδομάδα, για άρση του προνομιακού καθεστώτος που διέπει τις εισαγωγές αμερικανικών πουλερικών και κόκκινου κρέατος. Σε επιστολή του προς την εμπορική εκπρόσωπο των ΗΠΑ, Σούζαν Σουάμπ, ο Ρώσος υπουργός Οικονομικών, Τζέρμαν Γκρεφ, καθιστά σαφές ότι «αν οι συνομιλίες που θα διεξαχθούν στα τέλη Οκτωβρίου στη Γενεύη για την ένταξη της Ρωσίας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου καταρρεύσουν, η χώρα θα υποχρεωθεί να επανέλθει στο καθεστώς πριν από τις επιτευχθείσες διμερείς συμφωνίες για τις εισαγωγές κρεάτων».
Αντίστοιχα προειδοποιητικός ήταν ο τρόπος που αντέδρασαν εμπορικοί αξιωματούχοι της Ουάσιγκτον. Ανακοινωθέν του γραφείου της εμπορικής εκπροσώπου τονίζει πως, αν η Μόσχα υλοποιήσει την απειλή της, παραβιάζει τη συμφωνία που διαπραγματεύθηκε -και υπέγραψε- το 2003. «Δεν πρόκειται για ζήτημα προνομιακής μεταχείρισης των ΗΠΑ», υποστηρίζεται. «Αν η Ρωσία επιλέξει να μην τιμήσει τη συμφωνία, θα δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα, το οποίο θα περιπλέξει τις προσπάθειές μας να ολοκληρώσουμε τη διαπραγμάτευση της διμερούς συμφωνίας μας για τον ΠΟΕ». Τον περασμένο μήνα, ΗΠΑ και Ρωσία απέτυχαν να καταλήξουν σε εμπορική συμφωνία πριν από τη σύνοδο κορυφής των «Οκτώ» στην Αγία Πετρούπολη, όπου η Μόσχα -υποψήφιο μέλος επί 13ετία- ήλπιζε πως θα υπέγραφε επιτέλους συμφωνία με την Ουάσιγκτον για την ένταξη στον ΠΟΕ. Στην επιστολή του, ο κ. Γκρεφ διαπιστώνει πλέον «βαθιά συστημική κρίση» στον ΠΟΕ, την οποία αποδίδει στην «αυστηρή στάση των ΗΠΑ». Η Ρωσία, από τους μεγαλύτερους καταναλωτές αμερικανικών πουλερικών, απαγόρευσε τις εισαγωγές τον Μάρτιο του 2002, επικαλούμενη υγειονομικούς λόγους, για να άρει την απαγόρευση ένα μήνα αργότερα, υποκύπτοντας στις έντονες πιέσεις της Ουάσιγκτον. Η διένεξη συνέπεσε με τις έντονες αντιδράσεις της Μόσχας για τους αμερικανικούς δασμούς επί των εισαγωγών χάλυβα. Μόσχα και Ουάσιγκτον υπέγραψαν πέρυσι τετραετή συμφωνία, βάσει της οποίας οι ΗΠΑ μπορούσαν να εξαγάγουν 811.900 τόνους πουλερικών στη Ρωσία, επί συνολικής ποσότητας 1,09 εκατομμυρίων, με προνομιακό καθεστώς δασμών. Η ποσόστωση θα αυξανόταν στους 931.000 τόνους, το 2009.

