Για χώρα που, μόλις το 2003, χαρακτηριζόταν «Σαουδική Αραβία του χάλυβα», η Ρωσία διατηρούσε μάλλον χαμηλό προφίλ στις διεθνείς αγορές. Οι ρωσικές χαλυβουργίες ευθύνονται για το 6% της παγκόσμιας παραγωγής και διαθέτουν από τα υψηλότερα περιθώρια κερδοφορίας στον κλάδο. Ωστόσο, με εξαίρεση κάποιες πολύ μικρές τοποθετήσεις στα διεθνή χρηματιστήρια, παρέμεναν αυτάρκεις, μακριά από τα φώτα των προβολέων και -το σημαντικότερο- ανέγγιχτες από τον «πυρετό της ενοποίησης» που σαρώνει τα τελευταία χρόνια την παγκόσμια χαλυβουργική βιομηχανία.
Φαίνεται, όμως, ότι οι καιροί αλλάζουν. Και πως η Ρωσία δεν είναι πλέον αρκετή για τους ανθρώπους που αποκόμισαν τεράστια κέρδη μετατρέποντας τα σοβιετικά χαλυβουργεία σε εισηγμένες εταιρείες αξίας κάποιων δισεκατομμυρίων δολαρίων. Οι Ρώσοι μεγιστάνες του χάλυβα συγκαταλέγονται στους πλουσιότερους ανθρώπους της χώρας τους: ο Βλαντιμίρ Λίσιν, ιδιοκτήτης της NLMK, της τρίτης μεγαλύτερης ρωσικής χαλυβουργίας, κατατάχθηκε τον Μάιο από το περιοδικό «Forbes» στην τρίτη θέση. Ο Αλεξέι Μορντάσοφ της υπ’ αριθμόν 1 Severstal στην έβδομη και ο Αλεξάντερ Αμπράμοφ, βασικός ιδιοκτήτης της δεύτερης, της Evraz, στη 14η. Την ίδια ώρα, οι έξι μεγαλύτερες χαλυβουργίες της Ρωσίας παρήγαγαν σχεδόν 63 εκατ. τόνους το 2005. Μόνο που η παραγωγή της Severstal έφθασε μόλις τα 17,1 εκατ. τόνους και της Mechel, της υπ’ αριθμόν 6 στη χώρα, δεν ξεπέρασε τα 5,90 εκατ. τόνους. Η ρωσική χαλυβουργική βιομηχανία παραμένει σε υψηλό βαθμό κατακερματισμένη. Παρά τον πλούτο της σε ρευστό και την κάθετη ενοποίησή της, οι εταιρείες που την απαρτίζουν δεν αποτελούν από μόνες τους υπολογίσιμες μονάδες που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν καίριο ρόλο στον διεθνή ανταγωνισμό.
Ισως, λοιπόν, να αιφνιδίασε αρκετούς η είδηση που ανακοινώθηκε την περασμένη εβδομάδα, περί συμφωνίας συγχώνευσης της 11ης χαλυβουργίας στον κόσμο, της Severstal, με την ευρωπαϊκή Arcelor, υπ’ αριθμόν 2 παγκοσμίως, με έδρα το Λουξεμβούργο. Πόσω μάλλον που η συμφωνία αυτή, ύψους 13 δισ. ευρώ, θεωρείται στην καλύτερη περίπτωση αμφιλεγόμενη, στη χειρότερη «β’ κατηγορίας» σε σχέση με την επιθετική προσφορά 23,5 δισ. ευρώ που επιχειρεί να αποκρούσει η Arcelor από την ηγέτιδα στον κλάδο, Mittal Steel. Ωστόσο, η συγχώνευση -για την οποία κάποιοι από τους μετόχους της Arcelor ήδη αντιδρούν, απειλώντας μάλιστα ακόμα και να ενεργήσουν δικαστικώς για να υποχρεώσουν τον κ. Μορντάσοφ να καταθέσει προσφορά εξαγοράς ολόκληρου του ευρωπαϊκού κολοσσού- μόνο θετική θα μπορούσε να θεωρηθεί για την ίδια τη Severstal. Αυτό φαίνεται να το γνωρίζει καλά το Κρεμλίνο, που άλλωστε έδωσε εξαρχής τη συγκατάθεσή του. Η αντιμονοπωλιακή υπηρεσία της Ρωσίας ανακοίνωσε στα μέσα της εβδομάδας ότι «δεν διαβλέπει λόγους ώστε να εμποδίσει τη συμφωνία», έστω και επιφυλασσόμενη να ζητήσει από τη Severstal να φροντίσει για τη διατήρηση του ανταγωνισμού σε αγορές στις οποίες κατέχει δεσπόζουσα θέση. Παρότι ασυνήθιστο να αποδέχεται το Κρεμλίνο το πέρασμα ρωσικών επιχειρήσεων σε ξένα χέρια, είναι προφανώς σημαντικότερο το γεγονός ότι ο 40χρονος ιδιοκτήτης του 89,6% της Severstal θα αποκτήσει το ένα τρίτο μεγαλύτερης εταιρείας, η οποία καλύπτει το 20% της ζήτησης χάλυβα στην παγκόσμια αυτοκινητοβιομηχανία, καθιστάμενος παράλληλα ο βασικός μέτοχος του μεγαλύτερου χαλυβουργικού ομίλου του κόσμου.
Και αν η συμφωνία Arcelor/Severstal θεωρείται από πολλούς εσπευσμένη κίνηση της ευρωπαϊκής εταιρείας ενάντια στα επιθετικά σχέδια της Mittal, προφανώς δεν συμβαίνει το ίδιο στην περίπτωση του Ρομάν Αμπράμοβιτς. Λίγο μετά την προηγούμενη είδηση, η εφημερίδα «Vedomosti» δημοσίευσε ότι ο πλουσιότερος άνθρωπος της Ρωσίας και ιδιοκτήτης όχι μόνο ορυκτών πόρων στη χώρα αυτή, αλλά και της βρετανικής ποδοσφαιρικής ομάδας Τσέλσι, συμφώνησε να εξαγοράσει περίπου το 40% της Evraz Group, υπ’ αριθμόν 1 ρωσικής χαλυβουργίας βάσει όγκου εγχώριας παραγωγής, αντί σχεδόν 3 δισ. δολαρίων. Δύο ημέρες αργότερα, η Evraz επιβεβαίωσε τη διεξαγωγή συνομιλιών με τη Millhouse Capital, επενδυτικό όχημα του κ. Αμπράμοβιτς, για «πιθανή εξαγορά σημαντικού μεριδίου», τονίζοντας όμως ότι «δεν έχει επιτευχθεί ακόμα δεσμευτική συμφωνία σε ό,τι αφορά τους όρους της συναλλαγής».
Οι αναλυτές διέγνωσαν ότι ο μεγιστάνας «είναι πολύ πιθανό να διαβλέπει ευκαιρίες στον κλάδο και διαθέτει το απαραίτητο ρευστό για να προχωρήσει σε συγχωνεύσεις και εξαγορές». Ο κ. Αμπράμοβιτς, σύμφωνα πάντα με το «Forbes», είναι ο 11ος πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου, με ρευστό που υπερβαίνει τα 10 δισ. δολάρια, μετά την περυσινή πώληση του μεριδίου του στη ρωσική πετρελαϊκή Sibneft. Οπως υποστηρίζεται, η περιουσία του, που αποτιμάται στα 18,3 δισ. δολάρια, αλλά και οι στενές σχέσεις του με το Κρεμλίνο, είναι ο συνδυασμός που θα μπορούσε να άρει τις επιφυλάξεις των υπόλοιπων Ρώσων «βαρόνων» του χάλυβα σε ό,τι αφορά μεταξύ τους συγχώνευση. Κάποιοι εικάζουν ότι η απόκτηση μεριδίου στην Evraz θα παράσχει στον κ. Αμπράμοβιτς συμμετοχή σε μια μεγαλύτερη εταιρεία, η οποία φέρεται επίσης να συνομιλεί με την Evraz και είναι η ολλανδοβρετανική Corus Group. Η τελευταία είναι γνωστό ότι ενδιαφέρεται για συνεργασία με εταιρεία από χώρα χαμηλού κόστους. Δημοσίευμα της ρωσικής εφημερίδας «Kommersant» κάνει λόγο για «προετοιμασία νέας συγχώνευσης στον κλάδο της μεταλλουργίας», αποκαλύπτοντας τη διεξαγωγή συνομιλιών με την Corus για την απόκτηση «πακέτου μετοχών μικρότερου από εκείνο που θα του εξασφάλιζε πλειοψηφική συμμετοχή». Οι αναλυτές, άλλωστε, είχαν ήδη εκφράσει την εκτίμηση ότι ο κ. Αμπράμοβιτς «πιθανόν να επιζητεί σημαντικό ρόλο σε κάποια εταιρεία στην οποία θα συμμετέχει η Corus, ώστε να εδραιώσει την παρουσία του τόσο στην πολιτική όσο και στην οικονομία της Βρετανίας».
Η αντίδραση κάποιων στις εξελίξεις ίσως επαληθεύει την άποψη περί «φαινομένου ντόμινο» στη ρωσική χαλυβουργία: σχεδόν ταυτόχρονα με τις προαναφερθείσες εξελίξεις, ο Αλισερ Ουσμάνοφ, που έχει στην ιδιοκτησία του δύο από τα μεγαλύτερα ορυχεία σιδηρομεταλλευμάτων της Ρωσίας και χαλυβουργείων στα Ουράλια και τη δυτική Ρωσία, δήλωσε έτοιμος να συγχωνεύσει τα περιουσιακά στοιχεία του με άλλα…

