H σύλληψη του Μιχαήλ Χοντορκόφσκι, του πλουσιότερου επιχειρηματία της Ρωσίας, η οποία έπεται της κατάσχεσης, από την κυβέρνηση, του 44% των μετοχών του πετρελαϊκού κολοσσού Yukos, του οποίου ηγείτο έως πρόσφατα ο ίδιος, δεν φεύγει από το μυαλό των επενδυτών. Ή, τουλάχιστον, έτσι πιστεύουμε. H αλήθεια είναι ότι από τις 30 Οκτωβρίου, όταν ο Ρώσος πρωθυπουργός Βλαντιμίρ Πούτιν συναντήθηκε με τους επικεφαλής μεγάλων επενδυτικών τραπεζών που δραστηριοποιούνται στη χώρα για να τους διαβεβαιώσει πως -εξαιρουμένης της πολιτικά υποκινούμενης σύλληψης και, στην ουσία, της επανεθνικοποίησης της πετρελαϊκής ναυαρχίδας της χώρας- παραμένει δεσμευμένος στην ελεύθερη αγορά, το κλίμα έγινε πολύ πιο ελαφρύ. O δείκτης RTS του Χρηματιστηρίου της Ρωσίας, που αρχικά έπεσε κατά 8%, σημειώνει ελαφρά άνοδο καθημερινά μετά τη συνάντηση του κ. Πούτιν με τους τραπεζίτες. Και η διαφορά απόδοσης των ρωσικών διεθνών ομολόγων από τα ομόλογα του αμερικανικού Δημοσίου έπεσε ξανά στα προηγούμενα επίπεδα.
Η μνήμη, φαίνεται, είναι βραχύβια. Μόλις πέντε χρόνια έχουν περάσει από τότε που το πάγωμα εξυπηρέτησης του ρωσικού χρέους άφησε αρκετές δυτικές τράπεζες στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Κι όμως, οι ξένοι επενδυτές παραμένουν άπληστοι. «Εκτός της Yukos και των πολιτικών εξελίξεων, τα θεμελιώδη μεγέθη της ρωσικής οικονομίας είναι ακόμα πολύ ισχυρά», υποστηρίζουν οι οικονομολόγοι. H άποψη αυτή ακούγεται συχνά. H κατάσταση, εκτιμάται, έχει αλλάξει. H οικονομία είναι ισχυρότερη απ’ ό,τι το 1998. Παρουσιάζει τεράστια πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και τον προϋπολογισμό ενώ, από το 1999, η οικονομία αναπτύσσεται κατά 5% ετησίως. Επιπλέον, οι μεταρρυθμίσεις του κ. Πούτιν, ιδιαίτερα εκείνη του φορολογικού συστήματος, αποδεικνύουν τη δέσμευσή του στην ανάπτυξη. H Ρωσία παραμένει επενδυτική ευκαιρία, λοιπόν, παρότι βραχυπρόθεσμα οι επενδυτές ίσως αντιμετωπίσουν κάποια προβλήματα.
Το ζήτημα είναι αν αυτά τα προβλήματα θα είναι τόσο βραχυπρόθεσμα ή ήπια όσο ελπίζεται. Κατά πόσο, π.χ., η πολιτική -και όχι για πρώτη φορά- θα παρέμβει στην οικονομική αναγέννηση της χώρας. Διακυβεύονται μεγάλα ποσά σ’ αυτό το ζήτημα. Τα τελευταία χρόνια, οι δυτικές τράπεζες, «μαγνήτη» για τις οποίες αποτέλεσαν οι γενναίες προμήθειες συμβουλευτικών υπηρεσιών και η εκρηκτική ανάπτυξη των ρωσικών αγορών, επένδυσαν μεγάλα ποσά στη Ρωσία, προσφέροντας γενναιόδωρες πιστώσεις σε ρωσικές εταιρείες με «ύποπτες» διοικήσεις και χαμηλή βαθμολογία. O ενθουσιασμός τους δεν φαίνεται να έχει κοπάσει. Μόλις λίγες ημέρες μετά το πάγωμα της διαπραγμάτευσης των μετοχών του κ. Χοντορκόφσκι, τρεις επενδυτικές τράπεζες εντάχθηκαν στην κοινοπραξία, με επικεφαλής τη Citigroup, παροχείς δύο μεγάλων πιστώσεων στη Yukos, συνολικού ύψους 1 δισ. δολαρίων.
Πάντως, την ώρα που συρρέουν στη χώρα οι τράπεζες και οι διαχειριστές κεφαλαίων της Δύσης, οι ντόπιοι φαίνεται ότι βρίσκουν την ευκαιρία να διαφύγουν από αυτήν. Σύμφωνα με στοιχεία, η διαρροή κεφαλαίων εκτοξεύθηκε φέτος στα 23 δισ. δολάρια, έχοντας πέρυσι μειωθεί στα 16 δισ. δολάρια, και η ταχύτητα αυτής της διαρροής φαίνεται να αυξάνεται διαρκώς. Τελικά, τι συμβαίνει;

