Τον Αύγουστο του 1998 κατέρρευσε η ρωσική οικονομία τρομοκρατώντας επενδυτές και κυβερνήσεις σε όλον τον κόσμο. Το ρούβλι υποτιμήθηκε δραματικά και ανεστάλησαν οι πληρωμές της κυβέρνησης και των τραπεζών. Τα αίτια της κρίσης ήταν τέσσερα: το μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα που δεν μπορούσε πλέον να χρηματοδοτηθεί, η συναλλαγματική ισοτιμία που δεν μπορούσε να διατηρηθεί χωρίς να εξαντληθούν τα αποθεματικά, το ανίσχυρο τραπεζικό σύστημα που είχε υπερεκτεθεί στον κίνδυνο του συναλλάγματος και η στασιμότητα της οικονομίας.
Πέντε χρόνια αργότερα, η Ρωσία εμφανίζει αξιοσημείωτη ανάκαμψη με μέσο όρο ετήσιας ανάπτυξης το 6,5% από το 1999, πληθωρισμό που υποχωρεί και αποθεματικά που υπερβαίνουν τα 60 δισ. δολάρια. Αντανακλούν όλα αυτά θεμελιώδεις αλλαγές στη ρωσική οικονομία ή παροδικούς παράγοντες όπως η υψηλή τιμή του πετρελαίου; Ας κοιτάξουμε τους τέσσερις ανωτέρω παράγοντες. H μετατροπή ενός δημοσιονομικού ελλείμματος ύψους 7,5% της διετίας 1995 – 97 σε ένα πλεόνασμα 4% το 2000 ήταν θεαματική, αλλά έκτοτε η δημοσιονομική πολιτική έχει σταδιακά χαλαρώσει. H ραγδαία πτώση των δαπανών μετά την κρίση έχει ανατραπεί μερικώς, καθώς οι πραγματικές δαπάνες έχουν αυξηθεί ταχύτατα, με ρυθμούς ταχύτερους από την αύξηση του ΑΕΠ. Πέραν αυτού, οι φόροι έχουν περιορισθεί και αναμένονται περαιτέρω φοροαπαλλαγές μέσα στο επόμενο έτος.
Σε αντίθεση με τη θέση που κατείχε το 1998, το ρούβλι είναι μάλλον υποτιμημένο. Το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών θα υπερέβαινε τα 15 δισ. δολάρια ακόμη κι αν η τιμή του πετρελαίου ήταν μόνον 18 δολάρια το βαρέλι. Το καλό ισοζύγιο πληρωμών καταδεικνύει ότι η σταδιακή πραγματική υποτίμηση του ρουβλίου είναι αναπόφευκτη, καθώς η οικονομία ξαναβρίσκει την ισορροπία της μέσω της υψηλότερης ανάπτυξης. H συναλλαγματική ισοτιμία θα έπρεπε να είναι πιο ευέλικτη και η νομισματική πολιτική να στοχεύει στη μείωση του πληθωρισμού που κινδυνεύει να παγιωθεί σε διψήφιους αριθμούς.
Ενώ ο τραπεζικός τομέας είναι ενισχυμένος, η πρόοδος των μεταρρυθμίσεων υπήρξε αργή. H κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών συχνά διογκώνεται σημαντικά με τη στρογγυλοποίηση δανείων προς μετόχους. Οι περισσότερες από τις σημαντικές ιδιωτικές τράπεζες εξακολουθούν να ανήκουν σε συγκροτήματα και να επεκτείνουν σημαντική μερίδα των πιστώσεών τους στις συνδεδεμένες επιχειρήσεις τους. Υπό αυτές τις συνθήκες, αυτό που απειλεί τη σταθερότητα είναι η εκρηκτική αύξηση του δανεισμού των τραπεζών στον επιχειρηματικό κλάδο, που μόνον το περασμένο έτος ανήλθε σχεδόν στο 40% και υποκινείται από την ταχεία νομισματική επέκταση.
Κι ενώ μια απότομη πτώση των τιμών του πετρελαίου μάλλον δεν θα επέφερε σοβαρές μακροοικονομικές επιπτώσεις, εφόσον ο τραπεζικός κλάδος είναι ακόμη μικρός, η ταχεία πιστωτική επέκταση σημαίνει ότι είναι είναι ανάγκη να επισπευσθούν οι μεταρρυθμίσεις στον τραπεζικό κλάδο και ιδιαιτέρως να ενισχυθεί η εποπτεία. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει η πολιτική βούληση για κάτι τέτοιο. Τέλος, η ταχεία ανάπτυξη των τελευταίων ετών οφείλεται, τουλάχιστον μερικώς, στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Σε ένα βαθμό θα αντέξει τυχόν υποχωρήσεις, όπως μια πτώση της τιμής του πετρελαίου. Ωστόσο, η ραγδαία αύξηση των ρυθμών ανάπτυξης στο 7% ή 8% ετησίως που έχει ζητήσει ο πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν, και θεωρητικά είναι εφικτή, δεν πρόκειται να σημειωθεί χωρίς μια αισθητή βελτίωση του επενδυτικού κλίματος.
Αυτή, όμως, θα εξαρτηθεί όχι μόνον από την αναμόρφωση του τραπεζικού τομέα, αλλά και από τις πολιτικές υπηρεσίες και τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις ώστε να περιορισθεί η διαφθορά και οι κρατικές παρεμβάσεις στην οικονομία. Θα χρειασθεί επίσης μεταρρύθμιση των μονοπωλίων ώστε να διασφαλισθεί η εξοικονόμηση του κόστους, καθώς και ενιαίες και διαφανείς πολιτικές τιμολόγησης. Χωρίς τις μεταρρυθμίσεις αυτές, η Ρωσία δεν πρόκειται να δει ουσιαστική αύξηση των δυναμικών μικομεσαίων επιχειρήσεων. O ενεργειακός τομέας και τα συγκροτήματά του θα συνεχίσουν να δεσπόζουν, περιορίζοντας τις πιθανότητες βιώσιμης υψηλής ανάπτυξης σε όλον τον κύκλο των τιμών του πετρελαίου. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές, όμως, είναι πολιτικά πιο δύσκολες από εκείνες που έχουν ήδη εφαρμοσθεί. Το κρίσιμο ερώτημα τώρα και μετά τις προεδρικές εκλογές του 2004 είναι αν θα υπάρξει επαρκής πολιτική βούληση ώστε να παρακαμφθούν τα συμφέροντα που αναστέλλουν τις μεταρρυθμίσεις.

